Διχασμένη η ΕΕ για δασμούς Τραμπ: Διαπραγματεύσεις θέλουν Ισπανία, Ιταλία - Επιθετική στάση προτείνουν Γερμανία και Γαλλία
AP Photo
AP Photo

Διχασμένη η ΕΕ για δασμούς Τραμπ: Διαπραγματεύσεις θέλουν Ισπανία, Ιταλία - Επιθετική στάση προτείνουν Γερμανία και Γαλλία

Διάσταση απόψεων επικρατεί στους κόλπους της Ευρώπης των 27 ως προς την πολιτική αντιμετώπισης της νέας δασμολογικής πολιτικής που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ στην ΕΕ. Ιταλία και Ισπανία καλούν τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αποφύγουν την αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, ενώ στον αντίποδα Γαλλία και Γερμανία προκρίνουν μια πιο σκληρή στάση έναντι της αμερικανικής πολιτικής.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Politico, είναι χαρακτηριστική η δήλωση που έκανε ο Ισπανός υπουργός Οικονομίας, Κάρλος Κούερπο: «Εξακολουθούμε να ζητάμε λύση μέσω διαπραγματεύσεων».

Στο ίδιο μήκος κύματος και οι δηλώσει του Ιταλού ομολόγου του, Τζιανκάρλο Τζορτζέτι, ο οποίος πρότρεψε τους υπουργούς Οικονομικών της ΕΕ του να μη χρησιμοποιούν «το κουμπί του πανικού», όπως μετέδωσε το Bloomberg.

«Πρέπει να παραμείνουμε ψύχραιμοι, να αξιολογήσουμε τον αντίκτυπο και να αποφύγουμε την πολιτική αντιποίνων που θα ήταν επιζήμια για όλους, και ειδικά για μας», δήλωσε ο Τζορτζέτι σε συνέδριο στο Cernobbio, δίπλα στη λίμνη Κόμο, μεταδίδει το Politico.

Οι δηλώσεις Τζορτζέτι έρχονται στον απόηχο της τοποθέτησης της πρωθυπουργού της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, η οποία προ ημέρων, αν και είχε χαρακτηρίσει «λανθασμένους» τους δασμούς Τραμπ, έσπευσε να πει ότι η Ρώμη θα έκανε τα πάντα, για να επιτύχει μια συμφωνία με την Ουάσινγκτον, με σκοπό την αποτροπή ενός αδιέξοδου εμπορικού πολέμου, που θα αποδυνάμωνε τη Δύση υπέρ άλλων μεγάλων οικονομικών «παικτών».

Μέτωπο κατά Τραμπ από Γαλλία – Γερμανία

Στον αντίποδα, ωστόσο, τις θέσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας δεν φαίνονται να συμμερίζονται καθόλου οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης, η Γερμανία και η Γαλλία.

Υπενθυμίζεται ότι την Πέμπτη (03/04) ο  Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομίας, Ρόμπερτ Χάμπεκ είχε πει: «Είμαστε σε ισχυρή θέση. Μπορούμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας με πολλές χώρες, με πολλές περιοχές του κόσμου, και να ανάλογα αυξήσουμε την πίεση στους Αμερικανούς».

«Η χθεσινοβραδινή απόφαση είναι συγκρίσιμη με τον επιθετικό πόλεμο κατά της Ουκρανίας», δήλωσε ο Γερμανός αντικαγκελάριος σε δημοσιογράφους στο Βερολίνο. «Το μέγεθος και ο προσδιορισμός της απόκρισης πρέπει να είναι ανάλογες», συνέχισε.

«Η ΕΕ είναι η μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο», είχε δηλώσει λίγο νωρίτερα ο Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς από τη γερμανική πρωτεύουσα. «Έχουμε λοιπόν κάθε ευκαιρία να αντιδράσουμε με ενιαίο και αποφασιστικό τρόπο και να δείξουμε ότι έχουμε τα δικά μας μέσα δράσης — και θα χρησιμοποιηθούν».

Την ίδια στιγμή, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ζήτησε από τις επιχειρήσεις της ΕΕ να σταματήσουν να επενδύουν στην Αμερική ως απάντηση στους δασμούς Τραμπ. 

«Είναι σημαντικό οι μελλοντικές επενδύσεις, και όσες ανακοινώθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, να τεθούν σε αναμονή για κάποιο χρονικό διάστημα μέχρι να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα με τις ΗΠΑ», σημείωσε ο Μακρόν.

«Δεν έχει νόημα για τις εταιρείες να επενδύουν εκεί ενώ οι ΗΠΑ χτυπούν την Ευρώπη», πρόσθεσε, μιλώντας πριν από μια συνάντηση με εκπροσώπους βιομηχανικών ομίλων που επηρεάζονται από τους δασμούς.

«Ποιο θα ήταν το μήνυμα αν μεγάλοι Ευρωπαίοι παίκτες επενδύουν δισεκατομμύρια στην αμερικανική οικονομία την ίδια στιγμή που μας χτυπούν;» είπε ο Μακρόν. «Πρέπει να έχουμε αλληλεγγύη», πρόσθεσε.

Από την πλευρά της, πάντως, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχει δηλώσει εξάλλου ότι «η ΕΕ έχει πολλά χαρτιά, όπως αντίποινα κατά αμερικανικών εταιρειών υπηρεσιών και τεχνολογίας».

Η Ευρώπη προετοιμάζει την αντεπίθεσή της στους δασμούς Τραμπ

Σύμφωνα με υπολογισμούς του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου (IW), οι ζημιές για την Ένωση θα μπορούσαν να φτάσουν τα 750 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη τετραετία.

Η Κομισιόν εκτιμά ότι οι δασμοί 20% που σχεδιάζει να επιβάλει η Ουάσινγκτον θα επηρεάσουν σχεδόν το 70% των εξαγωγών της ΕΕ προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρότι οι Βρυξέλλες διατηρούν επισήμως ως προτεραιότητα τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, οι εξελίξεις δείχνουν πως η Ένωση βρίσκεται μπροστά στη σοβαρότερη επίθεση κατά του ελεύθερου εμπορίου από τη δεκαετία του 1930, με τη JP Morgan να προειδοποιεί ακόμη και για παγκόσμια ύφεση.

Σύμφωνα με την ανάλυση του think tank Bruegel, η ΕΕ εξετάζει τρεις βασικές επιλογές για την αντίδρασή της. Η πρώτη είναι να μην προχωρήσει σε άμεσα αντίμετρα, επιλέγοντας τον δρόμο της διπλωματίας και προσπαθώντας να επιτύχει μειώσεις ή εξαιρέσεις στους δασμούς μέσω διαπραγματεύσεων με τον Λευκό Οίκο και παράλληλων νομισματικών παρεμβάσεων.

Αν και αυτή η προσέγγιση έχει μικρότερο οικονομικό κόστος βραχυπρόθεσμα, ενέχει σοβαρό κίνδυνο να εκληφθεί από τις ΗΠΑ ως ένδειξη αδυναμίας ή ακόμη και συνθηκολόγησης. Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να ενθαρρύνει την κυβέρνηση Τραμπ να απαιτήσει περαιτέρω παραχωρήσεις, οδηγώντας την ΕΕ σε έναν φαύλο κύκλο εμπορικών πιέσεων.

Η δεύτερη επιλογή αφορά τη λήψη στοχευμένων αντίμετρων, παρόμοιων με εκείνα που είχε εφαρμόσει η ΕΕ το 2018 ως απάντηση στους αμερικανικούς δασμούς στο χάλυβα και στο αλουμίνιο. Τα μέτρα εκείνα είχαν σχεδιαστεί ώστε να πλήξουν οικονομικά περιοχές που στηρίζουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ή συνδέονται στενά με την κυβέρνηση Τραμπ.

Ωστόσο, τέτοιου είδους κινήσεις ενδέχεται να ερμηνευτούν ως διστακτικότητα ή φόβος κλιμάκωσης, προκαλώντας μια ακόμη πιο επιθετική απάντηση από την Ουάσινγκτον. Αυτό ακριβώς είχε συμβεί όταν η ΕΕ επέβαλε δασμούς στο αμερικανικό ουίσκι, με αποτέλεσμα η Ουάσινγκτον να απειλήσει με δασμούς 200% στα ευρωπαϊκά οινοπνευματώδη. Έτσι, η δεύτερη επιλογή χαρακτηρίζεται ως ελλιπής και πιθανώς αδιέξοδη.

Η τρίτη και πιο αποφασιστική επιλογή είναι η εφαρμογή καθολικών και αναλογικών αντίμετρων σε μεγάλο φάσμα αμερικανικών προϊόντων. Σε αυτή την περίπτωση η ΕΕ θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το Εργαλείο κατά του Οικονομικού Εκβιασμού, θεσμικό πλαίσιο που προβλέπει την κλιμάκωση αντίδρασης απέναντι σε εξωτερική οικονομική πίεση.