Το μεγάλο χτύπημα των δασμών στις αμερικανικές επιχειρήσεις

Το μεγάλο χτύπημα των δασμών στις αμερικανικές επιχειρήσεις

Η «Ημέρα Απελευθέρωσης» της Αμερικής όπως ονομάστηκε από τον Λευκό Οίκο, η ημέρα της επιβολής εμπορικών δασμών σε εχθρούς και φίλους, συνοδεύτηκε από μια πρωτοφανή εμφάνιση «fake news» και «fake data», με σκοπό τη δημιουργία ενός θετικού κλίματος στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Λευκός Οίκος σε αυτή τη φάση αδιαφορεί για τις γνώμες οι οποίες διατυπώνονται εκτός αμερικανικού εδάφους. Ωστόσο, επιδίδεται σε ένα αγώνα προπαγάνδας με σκοπό την εδραίωση του οικονομικού παραλογισμού, σε όλα τα πλάτη και μήκη των Ηνωμένων Πολιτειών. Με απώτερο σκοπό να πείσει την κοινή γνώμη ότι όλα θα κινηθούν σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό του. 

Έτσι σε τηλεοπτικές εκπομπές εμφανίζονται στελέχη του στενού περιβάλλοντος του Προέδρου Τραμπ, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι τους δασμούς των εισαγόμενων θα τους καταβάλλουν οι Ευρωπαίοι ή Κινέζοι εξαγωγείς. Άλλοι υποστηρίζουν ότι οι φόροι που θα εισπραχθούν - διότι οι δασμοί είναι στην πραγματικότητα φόροι - θα οδηγήσουν σε δεύτερο χρόνο στη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι βέβαιο πως θα αυξηθούν οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων λόγω των δασμών. Άλλοι, υποστηρίζουν ότι η αύξηση των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων δεν θα οδηγήσει και σε αύξηση των εγχωρίως παραγόμενων αντίστοιχων προϊόντων. Και άλλοι υποστηρίζουν ότι οι φόροι που θα εισπραχθούν θα κατευθυνθούν προς τη μείωση του τεράστιου και ανεξέλεγκτα αυξανόμενου δημοσίου χρέους των ΗΠΑ.

Και παρ’ όλο που σύμφωνα με το ακόλουθο γράφημα από το Clark Center Economic Expert Panel, από τον Σεπτέμβριο του 2024, φαίνεται ότι το 95% των οικονομολόγων στις ΗΠΑ εκτιμούν ότι οι δασμοί είναι φόροι που καταβάλουν οι καταναλωτές και οι οποίοι αναπόφευκτα αυξάνουν τις τιμές, η αμερικανική κυβέρνηση, υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο.

Το κυρίαρχο αφήγημα του Λευκού Οίκου είναι ότι οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις για δεκαετίες έχουν υποστεί τεράστια σωρευτική ζημία από τις εμπορικές συναλλαγές με τον υπόλοιπο κόσμο, που μόνο για το 2024 είχε φτάσει το $1,2 τρισ. Έτσι οι δασμοί θα φέρουν μια ισορροπία και θα αποκαταστήσουν την αδικία. 

Θα κερδίσουν όμως οι επιχειρήσεις και συνεπακόλουθα οι εργαζόμενοι και οι καταναλωτές από την αύξηση των δασμών;

Είναι λογικό όταν σε μια οικονομία αυξάνονται οι δασμοί επί των εισαγόμενων προϊόντων, τα προϊόντα αυτά να γίνονται ακριβότερα και οι καταναλωτές να αποφεύγουν να τα αγοράζουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα εγχώρια προϊόντα δεν βρίσκουν και αυτά την ευκαιρία να ανεβάσουν τις τιμές τους. Έτσι αφ’ ενός η μείωση των εισαγωγών μειώνει αναλογικά τα κρατικά έσοδα από τους δασμούς και αφ’ ετέρου οι αυξημένες τιμές των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων, ταλαιπωρούν τις τσέπες των καταναλωτών. Και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι καταναλωτές στις ΗΠΑ είναι ήδη ταλαιπωρημένοι από τον υψηλό πληθωρισμό της τελευταίας τριετίας που δεν οφειλόταν στις εισαγωγές από το εξωτερικό, αλλά από εγχώριους χειρισμούς και εσωτερικούς παράγοντες.

H πιθανότητα επιβολής αντιποίνων από την πλευρά των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, δεν θα πρέπει να αποκλείεται. Το καλό σενάριο αναφέρει ότι θα υπάρξουν διαπραγματεύσεις οι οποίες θα οδηγήσουν ίσως και σε χαλάρωση των δασμών. Το κακό σενάριο αναφέρεται σε κλιμάκωση. Αυτό σημαίνει ότι θα πληγούν και οι αμερικανικές εξαγωγές, τόσο του βιομηχανικού όσο και του αγροτικού τομέα. Οι ψηφιακές υπηρεσίες δεν θα επηρεαστούν καθώς μονοπωλούν την παγκόσμια αγορά.

Όπως προαναφέρθηκε η επιβολή δασμών οδηγεί στον περιορισμό της εμπορικής δραστηριότητας πέραν των συνόρων. Με αποτέλεσμα να λειτουργεί σαν ένα είδος προστατευτισμού. Και ο εμπορικός προστατευτισμός με τη σειρά του βάζει φρένο στην καινοτομία, στην παραγωγικότητα και στην ανταγωνιστικότητα. Που είναι οι τρεις βασικοί παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη. 

Τέλος, θα πρέπει πάντα να έχουμε υπ’ όψιν μας, ότι οι ΗΠΑ καλύπτουν το εμπορικό τους έλλειμμα εκδίδοντας δολάρια και ομόλογα, τα οποία αγοράζονται από τον υπόλοιπο κόσμο, με αποτέλεσμα το δολάριο να αποτελεί το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Οπότε οποιαδήποτε ανατροπή αυτού του κύκλου, θα περιορίσει την ισχύ του δολαρίου στο παγκόσμιο σύστημα, οδηγώντας πιθανότατα σε χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία και αυτή θα επηρεάσει επιχειρήσεις και καταναλωτές.