Η Ρωσία απώλεσε 1.400 άρματα μάχης μόνο τον περασμένο χρόνο κατά την εισβολή της στην Ουκρανία αλλά μέχρι τώρα κατάφερε να διαχειριστεί τις απώλειες και αντιμετωπίζει μια λιγότερο σοβαρή έλλειψη προσωπικού σε σχέση με το Κίεβο, όπως ανέφερε ένας εξέχων ερευνητικός οργανισμός για την ασφάλεια.
Αμφότερες οι πλευρές καταγράφουν βαρύ απολογισμό φθοράς έπειτα από σχεδόν τρία χρόνια πολέμου. Η οικονομία της Μόσχας, ωστόσο, αποδεικνύεται ανθεκτική και τα αποθέματά της σε εξοπλισμό και πυροβολικό της σοβιετικής εποχής τη βοηθούν να κρατάει τον ρυθμό μέχρι τώρα, ανέφερε το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (International Institute for Strategic Studies -- IISS).
«Ενώ η Ρωσία μπορεί προς το παρόν να συντηρήσει την επάνδρωση των δυνάμεών της, στοιχεία δείχνουν πως η Ουκρανία, που γενικά έχει κρατήσει μυστικό τον αριθμό των απωλειών της, έχει υποστεί σημαντική αποστράγγιση του προσωπικού της», αναφέρει το IISS στην ετήσια έκθεσή του Military Balance.
Η Ουκρανία «αντιμετωπίζει προκλήσεις στη διαχείριση δύναμης -- με πολλές χερσαίες μονάδες αποδυναμωμένες», ανέφερε το IISS, μία ημέρα αφότου το υπουργείο Άμυνας εξήγγειλε προσπάθεια στρατολόγησης νέων ηλικίας 18 έως 24 ετών για στρατιωτική θητεία ενός έτους.
Οι ουκρανικές δυνάμεις διατηρούν την πίεση στη Ρωσία, περιορίζοντας τον περίφημο κάποτε Στόλο της Μαύρης Θάλασσας. Όμως, αν και έχει λάβει προηγμένο δυτικό εξοπλισμό, «δεν είναι πάντοτε στην ποσότητα ή με την ελευθερία δράσης που θα προτιμούσε το Κίεβο», ανέφερε το IISS.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του IISS, η Ρωσία έχει χάσει μέχρι τώρα 4.000 κύρια άρματα μάχης αφότου οι δυνάμεις της εισέβαλαν στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, ανταλλάσσοντας την ποιότητα με την ποσότητα καθώς μπορεί να αντλεί από εξοπλισμό που έχει αποθηκευτεί από τα χρόνια του 1960.
«Ο εξοπλισμός που απέμεινε στις αποθήκες θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να διατηρήσει τον τρέχοντα ρυθμό απωλειών βραχυπρόθεσμα, όμως ένας σημαντικός αριθμός αυτών των πλατφορμών θα απαιτούσε εις βάθος και κοστοβόρα ανακαίνιση», αναφέρει η έκθεση.
Ο πόλεμος έχει καταστεί ο πρωτεύον σκοπός της κυβέρνησης του προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, η οποία διασφαλίζει πως ο ρυθμός και η κλίμακά του ούτε πιέζει την εγχώρια σταθερότητα ούτε σκληραίνει τη δυτική αποφασιστικότητα, αναφέρει η έκθεση.
«Όμως οι δυσκολίες που συνεπάγονται ένας μεγάλος πόλεμος και σοβαρές κυρώσεις είναι αυτή τη στιγμή χρόνιες και σωρευτικές, όχι οξείες και τέτοιες που να προκαλούν κρίση», σημειώνει το IISS.
Επίσης, όπως μεταδίδει το Politico, που αναδημοσιεύει τμήμα της έκθεσης, οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας αυξάνονται τόσο γρήγορα που ξεπερνούν τις δαπάνες όλων των ευρωπαϊκών χωρών μαζί, παρά τις προσπάθειές τους να αυξήσουν τους προϋπολογισμούς και να επανεξοπλιστούν.
Συγκεκριμένα στην έκθεση σημειώνεται πως οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας κινήθηκαν στα 13,1 τρισ. ρούβλια (145,9 δισ. δολάρια) πέρυσι, ή 6,7% του ΑΕΠ της χώρας - πάνω από 40% υψηλότερες από το προηγούμενο έτος, ενώ οι συνολικές αμυντικές δαπάνες της Ευρώπης για το 2024 ήταν στα 457 δισ. δολάρια, πάνω από 50% υψηλότερες σε ονομαστικούς όρους από ό,τι ήταν το 2014 και 11,7% υψηλότερες από το προηγούμενο έτος.
Αλλά αν οι δαπάνες της Ρωσίας υπολογιστούν σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, οι στρατιωτικές δαπάνες του Κρεμλίνου ανέρχονται σε 461,6 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το IISS.
Το γεγονός αυτό ενισχύει τις ανησυχίες ότι η Ρωσία θα είναι σε θέση να επιτεθεί στην Ευρώπη μόλις τελειώσει ο πόλεμος κατά της Ουκρανίας.