Καθώς το αδιάκοπο αμερικανικό σφυροκόπημα στρατιωτικών στόχων και διοικητών των Χούθι αποδυναμώνει τους πληρεξουσίους του Ιράν που απειλούν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα, το ισλαμικό θεοκρατικό καθεστώς εμφανίζεται να αναδιπλώνεται στην Υεμένη και να επικεντρώνει στρατηγική του στη διαχείριση του κινδύνου άμεσης σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες και συγκεντρώνουν όλο και μεγαλύτερη δύναμη πυρός στη Μέση Ανατολή και τον Ινδικό.
Εν μέσω της αβεβαιότητας που περιβάλλει το πού θα οδηγήσει το τελεσίγραφο Τραμπ προς το Ιράν να προσέλθει σε απευθείας διαπραγμάτευση με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την ανάσχεση του πυρηνικού προγράμματος, υψηλόβαθμη πηγή του καθεστώτος που επικαλέστηκε σε χθεσινό δημοσίευμα η βρετανική εφημερίδα The Telegraph δήλωσε πως δόθηκε εντολή στο ιρανικό στρατιωτικό προσωπικό να αποχωρήσει από την Υεμένη προς αποφυγή ενδεχόμενης κλιμάκωσης με την Ουάσινγκτον σε περίπτωση που σκοτωθεί Ιρανός στρατιωτικός κατά τις αμερικανικές επιδρομές.
Με πρωταρχική ανησυχία πλέον «τον Τραμπ και πώς θα τον αντιμετωπίσει», το Ιράν εμφανίζεται να απο-επενδύει στους σιίτες αντάρτες της Υεμένης καθώς, η αντίληψη που έχει διαμορφωθεί στους κόλπους του καθεστώτος φέρεται να είναι ότι «οι Χούθι δεν θα μπορέσουν να επιβιώσουν και ζουν τους τελευταίους μήνες ή ακόμη και ημέρες, συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να τους κρατάμε στη λίστα [σ.σ. των πληρεξουσίων]». Κατά την ίδια πηγή, οι Χούθι ήταν μέρος μίας αλυσίδας που στηριζόταν στον Χασάν Νασράλα [τον αρχηγό της Χεζμπολάχ που εξοντώθηκε από το Ισραήλ) και τον Μπασάρ αλ-Άσαντ (που ανετράπη στη Συρία), «και δεν έχει νόημα να κρατάμε μόνο ένα μέρος αυτής της αλυσίδας».
Στα στρατηγικά διλήμματα που του είχε επιβάλλει ήδη το Ισραήλ κόβοντας μετά την 7η Οκτωβρίου διαδοχικά τα πλοκάμια των «δορυφόρων» του ισλαμικού καθεστώτος και κινούμενο προς τον «πυρήνα», έχει προστεθεί το τελεσίγραφο του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, προς την Τεχεράνη ότι είτε θα συμφωνήσει στην ανάσχεση του πυρηνικού προγράμματος μέσω νέας συμφωνίας, είτε θα ακολουθηθεί η στρατιωτική οδός. Πριν ξεκινήσουν οι βομβαρδισμοί στην Υεμένη, ο Τραμπ είχε δηλώσει πως οι ΗΠΑ θα θεωρήσουν περαιτέρω επιθέσεις των Χούθι ως προερχόμενες από το Ιράν και απείλησε την ιρανική κυβέρνηση με «τρομερές συνέπειες».
Η σχέση Ουάσινγκτον-Τεχεράνης βρίσκεται πλέον σε κρίσιμη καμπή, με τις αμερικανικές διπλωματικές προσπάθειες για την υπογραφή συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα να εναλλάσσονται με απειλές για στρατιωτική δράση και η αβεβαιότητα είναι μεγάλη για το εάν η ένταση θα αυξηθεί περαιτέρω. Μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση όχι μόνο θα αποσταθεροποιούσε τη Μέση Ανατολή, αλλά θα είχε επίσης άμεσο αντίκτυπο στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ υπό τη δεύτερη θητεία Τραμπ.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Ζαν-Νοέλ Μπαρό, προειδοποιεί ότι εάν οι παγκόσμιες δυνάμεις δεν μπορέσουν να καταλήξουν γρήγορα σε μια νέα συμφωνία με το Ιράν σχετικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα, τότε μια στρατιωτική αντιπαράθεση φαίνεται «σχεδόν αναπόφευκτη».
Η σχετική δήλωση ήλθε αφότου έγινε γνωστό πως ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, συγκάλεσε «μυστικά» εντός της εβδομάδας συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας και Άμυνας με αποκλειστικό αντικείμενο το Ιράν. Δεν είναι μία συνηθισμένη διαδικασία αυτή και απηχεί την αυξανόμενη ανησυχία των Ευρωπαίων. Διπλωματικές πηγές βλέπουν πλέον ως ορατό το ενδεχόμενο μίας κοινής στρατιωτικής επίθεσης ΗΠΑ-Ισραήλ στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν εφόσον δεν βρεθεί διέξοδος μέσω συνομιλιών, εξ ου και εντείνεται η κινητικότητα Γαλλίας, Βρετανίας και Γερμανίας να μεσολαβήσουν προς μία συμφωνία.
Στέλνοντας προειδοποιητικό σήμα στην Τεχεράνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξήσει τις τελευταίες εβδομάδες τη στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, με την ανάπτυξη πρόσθετων στρατευμάτων, αεροπορικών μέσων και διατηρώντας δύο αεροπλανοφόρα στην περιοχή. Το Πεντάγωνο ανέπτυξε επίσης βομβαρδιστικά B-2 stealth στη στρατιωτική βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό, σηματοδοτώντας την ετοιμότητα για πιθανή στρατιωτική δράση κατά των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Τα βομβαρδιστικά B-2 μπορούν να μεταφέρουν διατρητικές βόμβες που θα αποτελούσαν βασικό στοιχείο σε οποιαδήποτε πιθανή στρατιωτική δράση κατά των υπόγειων πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει κατ' επανάληψη ότι «θέλει» μία συμφωνία με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, αλλά προειδοποιεί ότι χωρίς αυτή «θα υπάρξουν βομβαρδισμοί που δεν έχουν ξαναδεί ποτέ». Στην επιστολή που απέστειλε στα μέσα Μαρτίου στον ανώτατο ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, έδινε μία προθεσμία δύο μηνών για την επίτευξη συμφωνίας - δίχως να έχει καταστεί σαφές εάν ο χρόνος μετρά από την επίδοση της επιστολής ή από τη στιγμή που ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις.
Παρά την εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» του Τραμπ, η Τεχεράνη έχει απορρίψει κατηγορηματικά τις απευθείας συνομιλίες με τις ΗΠΑ που ζητά ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά δηλώνει ανοιχτή σε έμμεσες διαπραγματεύσεις υπό τη μεσολάβηση του Ομάν, επιμένοντας παράλληλα ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα εξυπηρετεί αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς. Επίσης, αρνείται να διαπραγματευτεί για το πυραυλικό πρόγραμμα, το οποίο Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι θα πρέπει επίσης να βρεθεί στο «τραπέζι».
Η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι απευθείας συνομιλίες θα είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, αλλά δεν έχει αποκλείσει τη μορφή που πρότειναν οι Ιρανοί και δεν θα είχε αντίρρηση να ενεργήσει το Ομάν ως μεσολαβητής μεταξύ των χωρών, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, αναφέρουν ανωνύμως αξιωματούχοι στον αμερικανικό Τύπο. Δεν έχει ληφθεί ακόμη κάποια απόφαση και οι συζητήσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης συνεχίζονται.
Ο ίδιος ο Τραμπ επανέλαβε χθες πως η καλύτερη οδός είναι οι απευθείας συνομιλίες και «διέκρινε» πως η Τεχεράνη αλλάζει τη θέση της εγκαταλείποντας την αρχική της άρνηση, ωστόσο δεν είναι σαφές εάν το Ιράν πράγματι αλλάζει στάση (ανάλογες ενδείξεις, προς το παρόν έστω, δεν υπάρχουν) ή εάν ο Τραμπ κάνει εικασίες.
Στις απειλές του Ντόναλντ Τραμπ, το Ιράν έχει αντιδράσει ενισχύοντας τη στρατιωτική του ετοιμότητα. Ο ανώτατος ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ έχει προειδοποιήσει ότι το Ιράν θα «ανταποδώσει» και ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν λέει ότι η χώρα του είναι έτοιμη να αμυνθεί έναντι οποιασδήποτε επίθεσης, αλλά δεν επιδιώκει τη σύγκρουση.
«Δεν επιδιώκουμε τον πόλεμο με καμία χώρα, αλλά δεν θα διστάσουμε να αμυνθούμε, και η ετοιμότητα και η ικανότητά μας από αυτή την άποψη είναι στο υψηλότερο επίπεδο», δήλωσε ο Πεζεσκιάν σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε χθες με τον Σαουδάραβα πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, σύμμαχο του Τραμπ, όπως μετέδωσε το επίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων IRNA.
Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έχει αναπτυχθεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια και βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στην παραγωγή πυρηνικού όπλου. Τα αποθέματα ουρανίου εμπλουτισμένου σε ποσοστό 60% επαρκούν για έξι πυρηνικές βόμβες εφόσον ο εμπλουτισμός φθάσει στο 90%, σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (IAEA). H Διευθύντρια της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Τούλσι Γκάμπαρντ, επιβεβαίωσε ενώπιον της Γερουσίας την περασμένη εβδομάδα ότι η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών «εξακολουθεί να εκτιμά ότι το Ιράν δεν κατασκευάζει πυρηνικό όπλο […] και ο Χαμενεΐ δεν έχει εγκρίνει το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων που ανέστειλε το 2003».
Το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action, JCPOA), που υπογράφηκε το 2015, ήταν μια συμφωνία-ορόσημο που αποσκοπούσε στον περιορισμό των πυρηνικών δραστηριοτήτων του Ιράν με αντάλλαγμα την ελάφρυνση των κυρώσεων. Ωστόσο, η συμφωνία παραμένει ανενεργή αφότου οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρθηκαν το 2018, επί πρώτης θητείας Τραμπ, και οι προσπάθειες αναβίωσής της έχουν πέσει στο κενό, με το Ιράν να εντείνει τις πυρηνικές δραστηριότητες και τις ΗΠΑ να επανεισάγουν κυρώσεις.
Με εξανεμισμένη αποτρεπτική ισχύ και κομμένα σε πολύ μεγάλο βαθμό τα πλοκάμια του «άξονα της αντίστασης», το Ιράν έχει στραφεί σε διπλωματικές προσπάθειες για την ενίσχυση των δεσμών με άλλες παγκόσμιες δυνάμεις, ιδίως τη Ρωσία και την Κίνα. Καλλιεργώντας αυτές τις σχέσεις, το ισλαμικό καθεστώς επιδιώκει να εξισορροπήσει την επιρροή των ΗΠΑ, εξασφαλίζοντας παράλληλα οικονομική στήριξη εν μέσω δυτικών κυρώσεων. Μπροστά στις τρέχουσες εξελίξεις, η Ρωσία έχει προειδοποιήσει ότι θα υπάρξουν «καταστροφικές» συνέπειες για ολόκληρη την περιοχή εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτεθούν στις πυρηνικές υποδομές του Ιράν, προσφερόμενη να μεσολαβήσει, ενώ βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με την Τεχεράνη.