Πάνω από 260 επιχειρηματίες και στελέχη επιχειρήσεων ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, προέδρου του ΣΕΒ, να συζητήσουν δια ζώσης με τους τέσσερις επικεφαλής των ελληνικών μεγάλων τραπεζών επί ενός καυτού ζητήματος: Γιατί οι τράπεζες δεν δανείζουν τους «μικρούς».
Η απάντηση, σε μια συζήτηση που έγινε με την δέουσα ηρεμία αλλά και ένταση, δεν ήταν ευχάριστη. Θα μπορούσε να συνοψιστεί στη βασική αντίφαση μέσα στην οποία ακόμη ζει η ελληνική οικονομία.
Δεν λείπουν τα χρήματα. Η αυτοχρηματοδότηση των τραπεζών εντός των αγορών χρήματος ή από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι ευχερής. Η αποταμίευση είναι επαρκής. Διάθεση να δώσουν δάνεια όχι μόνον υπάρχει αλλά η ταχύτερη επέκταση της χρηματοδότησης προς την οικονομία είναι ο απόλυτος στόχος για τις, επιτέλους, εξυγιανθείσες και κερδοφόρες τράπεζες.
Πλην όμως, λείπουν οι προϋποθέσεις στην άλλη πλευρά, εκείνη των δανειοληπτών.
Μία στις τρεις επιχειρήσεις έχουν ζημίες. Πάμπολλες μεταξύ αυτών έχουν, ακόμη σήμερα, δάνεια στο κόκκινο για τα οποία δεν έχουν καταφέρει να βρουν μια ρύθμιση με τους servicers, τα γνωστά funds. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός δεν έχει «καθαρά βιβλία» και στα χαρτιά δείχνουν άλλα από εκείνα που λένε στο μιλητό. Ελάχιστες έχουν σχέδια για το μέλλον τους, άρα δεν έχουν κάποιο επενδυτικό πλάνο επέκτασης, ανανέωσης και ανοίγματος σε νέες αγορές και νέα προϊόντα. Πολλές είναι στον «Τειρεσία», οπότε λογικά αποκλείονται «με το καλημέρα», ακόμη κι αν οι τράπεζες δεν κοιτάξουν τα παλαιότερα στοιχεία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τράπεζες δεν δίνουν δάνεια. Ίσα-ίσα: μόλις τον περασμένο χρόνο έδωσαν κοντά στα 10 δισ. νέα δάνεια, ενώ τον Ιανουάριο η πιστωτική επέκταση έτρεχε με ρυθμό 16%. Η καθαρή νέα χρηματοδότηση από το τέλος του 2019 μέχρι τον Νοέμβριο 2024 ήταν κοντά στα 30 δισ. ευρώ. Στην επόμενη τριετία αναμένεται να διατηρηθεί ο ίδιος υψηλός ρυθμός.
Αλλά, όπως ακριβώς είναι και το «παράπονο» όσων λένε -και δεν κάνουν λάθος- ότι τα δάνεια πάνε στους «μεγάλους», τα δάνεια συνδυάζονται, σχεδόν αποκλειστικά με τα μεγάλα πρότζεκτς. Κυρίως μάλιστα με εκείνα που συγχρηματοδοτούν έργα που έχουν επιλεγεί από το Ταμείο Ανάκαμψης ή κάποιο άλλο οργανωμένο σχέδιο (ΕΣΠΑ) που μας έρχεται από τις Βρυξέλλες.
Και βεβαίως πάνε στις μεγάλες επιχειρήσεις που στηρίζουν μεγάλα επενδυτικά σχέδια. Οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, μπορούν να σηκώσουν χρήματα απευθείας από τις κεφαλαιαγορές. Όλη η ενεργειακή μετάβαση χρηματοδοτείται από τις ελληνικές τράπεζες. Ξενοδοχεία και ναυτιλία κινούνται με άνεση στο τραπεζικό σύστημα. Η φαρμακοβιομηχανία, που κάνει «θαύματα» στο εξωτερικό σηκώνει δάνεια μόνον από ελληνικά ιδρύματα. Όλες οι ξένες επενδύσεις, εφόσον χρειάζονται δανεισμό, τον εξασφαλίζουν στην Ελλάδα.
Επομένως, το πρόβλημα για το οποίο πήγαν να συζητήσουν παρέμενε πρόβλημα και όταν έφυγαν από τη φιλόξενη διοργάνωση. Δυστυχώς, αλλά το μέγεθος των επιχειρήσεων (από τις 900.000 μόνον 1 στις 10 έχει περισσότερα από 4 άτομα προσωπικό), ο δηλωμένος, στην Εφορία, κύκλος εργασιών και η κερδοφορία όπως φαίνεται στον Ισολογισμό δεν βοηθούν. «Δεν μπορεί να δηλώνει κανείς ελάχιστα και να περιμένει ότι η τράπεζα θα χορηγήσει δάνειο με βάση μια εικαζόμενη καλύτερη εικόνα των οικονομικών του» είπε χαρακτηριστικά ένας από τους προσκεκλημένους σε απολογία τραπεζικούς διευθύνοντες.
Παρά ταύτα, υπάρχουν περίπου 100.000 επιχειρήσεις που έχουν άνετη πρόσβαση σε πίστωση, με έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των τραπεζών και με περιθώρια επιτοκίου που οδεύουν καθοδικά.
Άρα το θέμα είναι τι θα κάνουμε με τις υπόλοιπες. Τα στοιχεία σχετικών ερευνών δείχνουν ότι μόνον το 47% των επιχειρήσεων «αισθάνονται άνετα» να συζητήσουν με την τράπεζά τους για νέο τραπεζικό δανεισμό, όταν ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι στο 60%. Το 50% των ελληνικών μονάδων κρίνει απαγορευτικό το ύψος του επιτοκίου, όταν πάντως έχουν την τύχη να λειτουργούν σε περιβάλλον ευρώ, δηλαδή σε ένα από τα πλέον σταθερά συστήματα με ένα από τα χαμηλότερα επιτόκια διεθνώς.
Υπάρχει ένας, άντε δύο τρόποι. Πρώτον χρειάζεται οι επιχειρήσεις να καθαρίσουν τα βιβλία τους δείχνοντας την πραγματική εικόνα των εργασιών τους. Μόνον να κερδίσουν έχουν απ’ αυτό. Δεύτερον χρειάζεται να συνεργαστούν μεταξύ τους, με συγχωνεύσεις και εξαγορές, ώστε να αναδείξουν, σε συνδυασμό με το προηγούμενο σημείο περί «καθαρών βιβλίων», τις υπεραξίες που κρύβουν μέσα τους.
Οι τράπεζες δεν μπορούν να επιβάλουν κανένα από τα δύο αυτά. Μπορούν όμως να παροτρύνουν τους πελάτες τους να το πράξουν χρηματοδοτώντας τη μικρή αλλά τόσο μεγάλη επανάσταση του «όλα στο φως», που έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό της νέας ελληνικής επιχειρηματικότητας. Προφανώς, υποσχόμενες τα δάνεια που θα χρειαστούν οι επιχειρήσεις, ώστε να μοιραστούν μαζί τους τον πραγματικό κίνδυνο του «ορού αληθείας» που χρειάζεται για να γίνει το επόμενο σπουδαίο βήμα αναδιοργάνωσης της ελληνικής οικονομίας.