Είναι κοινά αποδεκτό ότι σε ένα ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές οικονομικά περιβάλλον οι συνεχείς αλλαγές και αναταράξεις δεν αφήνουν ανεπηρέαστες τις εθνικές οικονομίες των διαφόρων χωρών διαμορφώνοντας ανάλογα βασικούς οικονομικούς τους δείκτες όπως ο πληθωρισμός, το ισοζύγιο τρεχουσών (εμπορικών συναλλαγών) κτλ. Όσον αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στην Ελλάδα εμφανίζεται αρνητικό και μάλιστα αρνητικά διευρυμένο κατά το έτος 2024.
Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εμφανίστηκε ελλειμματικό κατά το τελευταίο έτος με το έλλειμμα να αυξάνεται στα 15,1 δις ευρώ από τα 13,9 που ήταν το 2023, φτάνοντας στο 4,93% του ΑΕΠ και κατέχοντας την 9η θέση παγκοσμίως σε απόλυτα μεγέθη στοιχεία που το καθιστούν το γεγονός ιδιαίτερα ανησυχητικό.
Η αύξηση αυτή του ελλείμματος κατά 7% περίπου σύμφωνα και πάλι με τα επίσημα στοιχεία της μελέτης της Τράπεζας της Ελλάδας αποδίδεται πρωτίστως στην επιδείνωση του ισοζυγίου αγαθών και δευτερευόντως του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων η οποία όμως εν μέρει ισοσταθμίστηκε από τη βελτίωση του ισοζυγίου υπηρεσιών και δευτερογενών εισοδημάτων. Όσον αφορά την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων με τα ίδια πάντοτε στοιχεία για το έτος 2024 ανήλθαν στα 6 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ ξένοι επενδυτές τοποθέτησαν 2 δισεκατομμύρια ευρώ σε μετοχές ελληνικών εταιρειών.
Με διαμορφούμενη την ως άνω κατάσταση του ελλειμματικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη ότι η ελληνική οικονομία μέχρι το 2028 βρίσκεται σε καθεστώς στήριξης από τους δανειστές, το ερώτημα για το τι πρόκειται να γίνει στο άμεσο μέλλον και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι άμεσες λύσεις προκειμένου να διορθωθεί η υφιστάμενη κατάσταση και να αποφύγουμε τυχόν κλυδωνισμούς και δυσάρεστες συνέπειες καθίσταται επιτακτικό. Η αναζήτηση λοιπόν στρατηγικής για την εύρεση και εκμετάλλευση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων προερχομένων από το εσωτερικό της χώρας καθίσταται αναγκαία.
Μια ενδεχόμενη στροφή στον πρωτογενή τομέα, έναν κατεξοχήν τομέα άρρηκτα συνδεδεμένο με την ελληνική οικονομία θα μπορούσε να αποτελέσει μια σημαντική πρόκληση η οποία θα στρεφόταν προς τη βελτίωση αυτής της κατάστασης. Παρόλη τη συρρίκνωση του ο πρωτογενής τομέας συμβάλλει αυτούσια στο 4-5% περίπου του ΑΕΠ. Αν αναλογιστεί κανείς όμως τη διασύνδεση του με το δευτερογενή τομέα της οικονομίας, κυρίως με τη μεταποίηση αλλά και τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών η συνεισφορά αυτή αυξάνεται κατά πολύ.
Μια ενδεχόμενη λοιπόν στροφή και ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα με δράσεις όπως η αύξηση του βαθμού συνεργασίας με την περαιτέρω επέκταση και εφαρμογή συμβολαιακής γεωργίας μεταξύ του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, η διευκόλυνση της αναδιάρθρωσης των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, η καθετοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτομιών μέσα από την εφαρμογή αειφορικών δράσεων περισσότερο φιλικών προς το περιβάλλον, θα μπορούσε να οδηγήσει στην παραγωγή περισσότερο ανταγωνιστικών και υψηλών ποιοτικά προϊόντων, ενισχύοντας ταυτόχρονα το εσωτερικό ισοζύγιο και τονώνοντας τις τοπικές αγορές αλλά και κατ επέκταση την εθνική οικονομία.
Από την άλλη πλευρά οι ελληνικές βιομηχανίες, οι οποίες επέλεξαν παρά τις δυσμενείς εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες να παραμείνουν στη χώρα, φυλάσσοντας Θερμοπύλες καλούνται με ανάληψη δράσεων όπως η καθετοποίηση της παραγωγής σε όλη την αλυσίδα παραγωγής τους, με τη δημιουργία δικτύων συνεργασιών ανάμεσα σε αυτές αλλά και στους προμηθευτές και τους μικρότερους λιανοπωλητές του κλάδου να δημιουργήσουν μια νέα βιώσιμη δομή αγοράς, η οποία υποστηρίζοντας τις εγχώριες δράσεις θα συμβάλει στη δημιουργία νέων αλλά και ήδη υφιστάμενων ολοκληρωμένων προϊόντων ανταγωνιστικών και εξωστρεφών, με τις όποιες θετικές συνακόλουθες επιπτώσεις σε βασικά οικονομικά μεγέθη.
Επιπλέον, η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών με τη δημιουργία προϊόντων αιχμής βασιζόμενων στα εργαλεία της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης καθώς και της τεχνητής νοημοσύνης (AI) θα μπορούσε να μειώσει το κόστος παραγωγής και να προσδώσει ένα επιπλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις εν λόγω επιχειρήσεις, ενδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τη θέση τους.
Ελλειμματικό λοιπόν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ευκαιρία και πρόκληση όμως ταυτόχρονα για δομικές αλλαγές και σημαντικές βελτιώσεις στην Ελληνική οικονομία.
* Δημήτρης Λακασάς, Επιχειρηματίας, συγγραφέας -Χρήστος Κωνσταντινίδης, Επίκουρος καθηγητής του Διεθνούς Πανεπιστημίου Ελλάδος