Σε μια κρίσιμη συγκυρία σε διεθνές επίπεδο και σε μια καμπή για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από το βήμα της συνεδρίασης της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, έθεσε ένα πλαίσιο τεσσάρων σημείων, με σαφές στίγμα το τέλος της εσωστρέφειας, που εντάθηκε το τελευταίο διάστημα στο κόμμα του, την πολιτική στόχευση για το 2027, τις κυβερνητικές προτεραιότητες έως τότε, αλλά και το πολιτικό διακύβευμα που προκύπτει από τις εξελίξεις, σε ευθεία αντιπαράθεση με την εναλλακτική των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Το πρώτο πολιτικό μήνυμα του κ. Μητσοτάκη αφορούσε στα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, σενάρια, που έκλεισε κατηγορηματικά, κάνοντας σαφές ότι εκλογές θα γίνουν το 2027 και ότι ο ίδιος θα ηγηθεί της παράταξης της Νέας Δημοκρατίας σε εκείνη την εκλογική αναμέτρηση. «Εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, το 2027, και θα είναι νικηφόρες, με εμένα στην πρώτη γραμμή της μάχης, ώστε η Νέα Δημοκρατία να είναι ξανά κυβέρνηση», ήταν η αποστροφή του πρωθυπουργού, ο οποίος επαναδιατύπωσε την ξεκάθαρη στόχευσή του να εξαντλήσει την δεύτερη τετραετία.
Με προβολή στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, ο κ. Μητσοτάκης επιχείρησε να αμβλύνει τις ανησυχίες για τις απώλειες, που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις, χαρακτηρίζοντας αναμενόμενη την φθορά μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης, εκτιμώντας ότι η εκλογική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας σε δύο χρόνια είναι απολύτως ορατή και εφικτή, υπό την προϋπόθεση της ενότητας του κόμματος και την παραγωγή χειροπιαστού πολιτικού έργου. Παράλληλα, πάντως, είναι σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί και την περεταίρω ενεργοποίηση των βουλευτών του. Ο ίδιος μίλησε για την αναδιάταξη στο Μέγαρο Μαξίμου προκειμένου να συντονιστεί καλύτερα η λειτουργία με την Κοινοβουλευτική Ομάδα, έργο που έχει αναλάβει ο Κωστής Χατζηδάκης και για την πρόθεσή του θα αναθέσει σε βουλευτές ρόλο-συντονιστή στις έξι διαρκείς Επιτροπές, ώστε να οργανώνεται καλύτερα το νομοθετικό έργο.
«Καταλύτης» για τα επόμενα βήματα της κυβέρνησης αναδεικνύεται το διεθνές περιβάλλον, στον απόηχο ενός παγκόσμιου εμπορικού πολέμου, που βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μιλά για τεκτονικές αλλαγές, σε επίπεδο γεωπολιτικής αλλά και οικονομικών συσχετισμών, να προαναγγέλλει την συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής την Δευτέρα, προκειμένου η κυβέρνηση να εκτιμήσει την απαιτούμενη αντίδραση της χώρας «απέναντι σε αυτή τη μεγάλη διαφαινόμενη οικονομική κρίση», όπως την χαρακτήρισε.
Υπό την σκιά αυτών των δεδομένων, ο κ. Μητσοτάκης επαναφέρει με έμφαση το ζητούμενο της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας, ως το πιο κρίσιμο μέγεθος, «τοποθετώντας» το δίπλα στις δεσμεύσεις για αύξηση των εισοδημάτων και αλλαγές στο κράτος. «Οφείλουμε, πρώτα και πάνω απ’ όλα, να κρατήσουμε ασφαλές το σκάφος της πατρίδας μας σε αυτά τα ταραγμένα νερά και να δυναμώσουμε την αμυντική, τη διπλωματική αλλά και την οικονομική μας θωράκιση» είπε χαρακτηριστικά, προτάσσοντας την ανάγκη να μείνει η χώρα σταθερά στην τροχιά της διατηρήσιμης ανάπτυξης, όταν ενδεχομένως μεγάλες οικονομίες να βυθιστούν σε ύφεση.
Στον αντίποδα, διέκρινε «ένα εγχώριο κύμα χειραγώγησης της κοινωνίας», αποτιμώντας ταυτόχρονα τις εξελίξεις στην υπόθεση των Τεμπών, παραδεχόμενος ουσιαστικά το πιεστικό σκηνικό για την κυβέρνηση, που είχε διαμορφωθεί τους τελευταίους μήνες. Ο κ. Μητσοτάκης κατηγόρησε την αντιπολίτευση για προπαγάνδα που έσπειρε την σύγχυση, λέγοντας ότι «έχει έρθει η σειρά της αλήθειας πια να αντεπιτεθεί». Κάνοντας, μάλιστα, λόγο για «οργανωμένη προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας και χειραγώγησης της κοινής γνώμης πάνω σε ένα θέμα εξαιρετικά φορτισμένο» μίλησε για προσπάθεια «κάποιων» να εργαλειοποιήσουν τον ανθρώπινο πόνο για να εκμεταλλευτούν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.
Με τις πρόσφατες «παραφωνίες» περί αυξήσεων στα σώματα ασφαλείας, που μείωσαν τη δυναμική της απόφασης να ενισχυθούν οι απολαβές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων ή τις «γκρίνιες» μετά τον ανασχηματισμό να αποδυναμώνουν τον επικοινωνιακό αντίκτυπο, που επεδίωκε το Μέγαρο Μαξίμου, ο κ. Μητσοτάκης απάντησε ευθέως σε βουλευτές και υπουργούς.
Ο κ. Μητσοτάκης προχώρησε σε απολογισμό του κυβερνητικού έργου του τελευταίου διαστήματος, καταλήγοντας στις αυξήσεις αποδοχών των ενστόλων. Αυτή ήταν και η πρώτη αφορμή για να στείλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης σαφή μηνύματα σε όσους υπουργούς και βουλευτές έσπευσαν να ζητήσουν σε πρώτο χρόνο επέκταση των αυξήσεων σε άλλες κατηγορίες.
«Ήταν μια γενναία πρωτοβουλία, κινδύνευσε όμως, ας είμαστε ειλικρινείς, να χάσει τον δρόμο της» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης, υπενθυμίζοντας στους βουλευτές του ότι «οι όποιες επιτυχίες δεν μπορούν να οδηγούν αυτόματα σε καινούργιες και μάλιστα ακοστολόγητες προσδοκίες», όπως και ότι «οι κεντρικές μας επιλογές είναι τελικά υπόθεση όλων».
Ο κ. Μητσοτάκης μίλησε για κύκλο προβληματισμού και αμηχανίας κυβέρνησης και κόμματος, δείχνοντας τον αντίκτυπο που είχαν οι διαφοροποιήσεις του τελευταίου διαστήματος και επισημαίνοντας την ανάγκη ενιαίου λόγου, υπεύθυνης προσωπικής στάσης και κομματικής συνέπειας, όπως ήταν το πλαίσιο που έθεσε.
«Κανείς υπουργός δεν θέλει ή δεν πρέπει να βλέπει το Υπουργείο του ως ένα προσωπικό βασίλειο. Όπως και κανείς βουλευτής δεν μπορεί να θεωρεί τον σταυρό προτίμησης, την επιλογή των πολιτών στο πρόσωπό του, ισχυρότερο από το σύμβολο του κόμματος το οποίο τον εξέλεξε» ήταν το σχόλιο του κ. Μητσοτάκη, υποδεικνύοντας προς πάντες ότι «οι ατομικές επιδιώξεις έπονται». Κοιτώντας και προς την πλευρά όσων παραμένουν ένα βήμα πίσω, όμως, υπενθύμισε ότι η σιωπή δεν είναι πάντοτε χρυσός, σημειώνοντας με νόημα ότι «είναι μεγάλη παθογένεια του πολιτικού συστήματος οι ψίθυροι, οι διαρροές, οι σιωπηλές διαφοροποιήσεις». Η παθολογική εσωστρέφεια σε αυτές τις συγκυρίες δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ήταν το ξεκάθαρο μήνυμα προς την κοινοβουλευτική ομάδα.
Δίνοντας τον τόνο της επιδιωκόμενης συσπείρωσης του κόμματός του, πάντως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έβαλε στο στόχαστρο την αντιπολίτευση, επικρίνοντας την ότι «αδυνατεί να εκφράσει την παραμικρή θέση για τα προβλήματα του σήμερα και του αύριο» και, κυρίως, ότι αποτελείται «από δυνάμεις που διαφωνούν μεταξύ τους, σπαράσσονται στο εσωτερικό τους, είναι ουσιαστικά μία αντιφατική πανσπερμία που ενώνεται σε ένα μόνο σκοπό: πώς θα πλήξει την κυβέρνηση, πώς θα ρίξει την κυβέρνηση, χωρίς να παρουσιάζει καμία εναλλακτική για το τι θα ακολουθούσε ενδεχομένως μετά, ευνοώντας προφανώς και την πολυδιάσπαση και τη γενική απαξίωση, αλλά κυρίως τα δύο άκρα του πιο απεχθούς λαϊκισμού».
Πάνω σε αυτή την εικόνα, το Μέγαρο Μαξίμου «χτίζει» και τον λόγο, που θα αντιπαραβάλει στην αντιπολίτευση και τα «πυρά», που θα δέχεται το επόμενο διάστημα, αναδεικνύοντας την «κυβερνησιμότητα» ως το πλεονέκτημα, που διαθέτει απέναντι στις πολιτικές δυνάμεις, που εμφανίζονται ως η εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης της χώρας.