Ο Πρόεδρος Τραμπ αποφάσισε να επιβάλει νέους δασμούς στις εισαγωγές, ονομάζοντας τη 2α Απριλίου «Ημέρα Απελευθέρωσης» και παρουσιάζοντας τα μέτρα αυτά ως «οικονομική διακήρυξη ανεξαρτησίας». Η κίνηση αυτή αποτελεί θεμελιώδη παρανόηση της λειτουργίας του διεθνούς εμπορίου, αλλά και επικίνδυνο παιχνίδι με την αμερικανική οικονομία. Ας ξεκαθαρίσουμε μερικά κρίσιμα σημεία, μακριά από τη λαϊκιστική ρητορική και τις απλουστεύσεις που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση.
Πρώτον, ο ισχυρισμός ότι τα εμπορικά ελλείμματα αποτελούν απόδειξη οικονομικής εκμετάλλευσης είναι εντελώς λανθασμένος. Το διεθνές εμπόριο δεν είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, αλλά διαδικασία αμοιβαίου οφέλους. Το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο δεν σημαίνει απώλεια, αλλά αντανακλά επιλογές των καταναλωτών και την αποτελεσματικότητα των ξένων παραγωγών. Οι Αμερικανοί καταναλωτές επιλέγουν να αγοράσουν προϊόντα από την Κίνα, επειδή είναι πιο φθηνά και ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Η αμερικανική βιομηχανία επίσης επωφελείται από αυτές τις εισαγωγές, μέσω της πρόσβασης σε φθηνότερα υλικά και εξαρτήματα.
Δεύτερον, η μεθοδολογία υπολογισμού των δασμών που ανακοίνωσε ο Τραμπ είναι εξαιρετικά αντι-επιστημονική και αυθαίρετη. Στην πραγματικότητα, οι ανταποδοτικοί δασμοί που εξήγγειλε ο Τραμπ δεν αφορούν τα πραγματικά στοιχεία και την εμπορική πολιτική των χωρών έναντι των ΗΠΑ αλλά προκύπτουν από τη διαίρεση των εισαγωγών με το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την εκάστοτε χώρα. Τα στοιχεία που παρουσίασε σχετικά με τους ξένους δασμούς είναι ανακριβή και παραπλανητικά, καθώς βασίζονται σε λανθασμένες αναλογίες και όχι στους πραγματικούς δασμούς. Για παράδειγμα, ενώ ισχυρίζεται ότι η Νότια Κορέα επιβάλλει δασμούς 50%, η πραγματικότητα είναι μόλις 0,79%. Τέτοιες παραπλανητικές τακτικές ενισχύουν την αίσθηση θυματοποίησης της Αμερικής, χωρίς να βασίζονται στην πραγματικότητα.
Τρίτον, η πολιτική αυτή στηρίζεται σε μύθους σχετικά με την αμερικανική βιομηχανία και τους μισθούς των εργαζομένων. Ο Τραμπ αγνοεί πως η βιομηχανική παραγωγή στις ΗΠΑ αυξήθηκε τις τρεις τελευταίες δεκαετίες σημαντικά λόγω τεχνολογικών εξελίξεων και όχι λόγω εμπορικού προστατευτισμού. Οι μισθοί έχουν επίσης αυξηθεί σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες, καθιστώντας την εικόνα «εξαθλίωσης» που παρουσιάζει εντελώς αποκομμένη από την πραγματικότητα.
Τέταρτον, οι νέοι δασμοί θα πλήξουν σοβαρά τις διεθνείς εμπορικές σχέσεις και τις αλυσίδες εφοδιασμού. Χώρες όπως η Νότια Κορέα και το Ισραήλ, που ήδη έχουν χαμηλούς ή μηδενικούς δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα, θα απαντήσουν με αντίμετρα. Αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση του κόστους για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, επιβαρύνοντας την οικονομία σε μια περίοδο ήδη δύσκολη.
Πέμπτον, σε επίπεδο φιλοσοφίας, η προσέγγιση του Τραμπ έρχεται σε αντίθεση με θεμελιώδεις οικονομικές αρχές. Όπως έχει εξηγήσει ο μεγάλος οικονομολόγος Φρεντερίκ Μπαστιά, το εμπόριο δεν είναι απώλεια αλλά πηγή πλούτου. Το εμπορικό έλλειμμα δεν υποδηλώνει αποτυχία, αλλά το αντίθετο—την ικανότητα της χώρας να προσελκύει ξένες επενδύσεις και να καλύπτει τις ανάγκες των καταναλωτών της.
Τέλος, είναι εμφανές πως τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν σοβαρή οικονομική στρατηγική αλλά πολιτικό θέατρο. Ο Τραμπ έχει από τη δεκαετία του ‘80 καταστήσει σαφές ότι δεν αντιλαμβάνεται ούτε την έννοια των εμπορικών ελλειμμάτων ούτε τον τρόπο με τον οποίο το διεθνές εμπόριο λειτουργεί προς όφελος όλων των μερών του. Αφού έφτασε στη δεύτερη θητεία του και δεν βρέθηκε ούτε ένας σοβαρός οικονομολόγος στο επιτελείο του να του εξηγήσει την εντελώς λανθασμένη θέση του, πλέον ρισκάρει τη σταθερότητα και την ευημερία της Αμερικής και της παγκόσμιας οικονομίας.