Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να αντιδράσει δυναμικά στους νέους δασμούς που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι επιπτώσεις τους αναμένεται να είναι καταστροφικές για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Γερμανικού Οικονομικού Ινστιτούτου (IW), οι ζημιές για την Ένωση θα μπορούσαν να φτάσουν τα 750 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη τετραετία. Η Κομισιόν εκτιμά ότι οι δασμοί 20% που σχεδιάζει να επιβάλει η Ουάσινγκτον θα επηρεάσουν σχεδόν το 70% των εξαγωγών της ΕΕ προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρότι οι Βρυξέλλες διατηρούν επισήμως ως προτεραιότητα τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, οι εξελίξεις δείχνουν πως η Ένωση βρίσκεται μπροστά στη σοβαρότερη επίθεση κατά του ελεύθερου εμπορίου από τη δεκαετία του 1930, με τη JP Morgan να προειδοποιεί ακόμη και για παγκόσμια ύφεση.
Σύμφωνα με την ανάλυση του think tank Bruegel, η ΕΕ εξετάζει τρεις βασικές επιλογές για την αντίδρασή της. Η πρώτη είναι να μην προχωρήσει σε άμεσα αντίμετρα, επιλέγοντας τον δρόμο της διπλωματίας και προσπαθώντας να επιτύχει μειώσεις ή εξαιρέσεις στους δασμούς μέσω διαπραγματεύσεων με τον Λευκό Οίκο και παράλληλων νομισματικών παρεμβάσεων.
Αν και αυτή η προσέγγιση έχει μικρότερο οικονομικό κόστος βραχυπρόθεσμα, ενέχει σοβαρό κίνδυνο να εκληφθεί από τις ΗΠΑ ως ένδειξη αδυναμίας ή ακόμη και συνθηκολόγησης. Αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να ενθαρρύνει την κυβέρνηση Τραμπ να απαιτήσει περαιτέρω παραχωρήσεις, οδηγώντας την ΕΕ σε έναν φαύλο κύκλο εμπορικών πιέσεων.
Η δεύτερη επιλογή αφορά τη λήψη στοχευμένων αντίμετρων, παρόμοιων με εκείνα που είχε εφαρμόσει η ΕΕ το 2018 ως απάντηση στους αμερικανικούς δασμούς στο χάλυβα και στο αλουμίνιο. Τα μέτρα εκείνα είχαν σχεδιαστεί ώστε να πλήξουν οικονομικά περιοχές που στηρίζουν το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ή συνδέονται στενά με την κυβέρνηση Τραμπ.
Ωστόσο, τέτοιου είδους κινήσεις ενδέχεται να ερμηνευτούν ως διστακτικότητα ή φόβος κλιμάκωσης, προκαλώντας μια ακόμη πιο επιθετική απάντηση από την Ουάσινγκτον. Αυτό ακριβώς είχε συμβεί όταν η ΕΕ επέβαλε δασμούς στο αμερικανικό ουίσκι, με αποτέλεσμα η Ουάσινγκτον να απειλήσει με δασμούς 200% στα ευρωπαϊκά οινοπνευματώδη. Έτσι, η δεύτερη επιλογή χαρακτηρίζεται ως ελλιπής και πιθανώς αδιέξοδη.
Η τρίτη και πιο αποφασιστική επιλογή είναι η εφαρμογή καθολικών και αναλογικών αντίμετρων σε μεγάλο φάσμα αμερικανικών προϊόντων. Σε αυτή την περίπτωση η ΕΕ θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το Εργαλείο κατά του Οικονομικού Εκβιασμού, θεσμικό πλαίσιο που προβλέπει την κλιμάκωση αντίδρασης απέναντι σε εξωτερική οικονομική πίεση.
Τα αντίμετρα αυτά θα είχαν άμεσο και υψηλό κόστος, ωστόσο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σταδιακά, ώστε να δοθεί χρόνος στις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν και να αναζητήσουν εναλλακτικές λύσεις. Παράλληλα, θα ήταν εφικτό να εξαιρεθούν από τους δασμούς κρίσιμα προϊόντα, όπως φάρμακα και πρώτες ύλες, για την προστασία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και καταναλωτών.
Η ανάγκη για δράση καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική καθώς κι άλλες χώρες – με πρώτη την Κίνα – έχουν αρχίσει να εφαρμόζουν αντίμετρα απέναντι στους αμερικανικούς δασμούς. Η Κίνα ήδη απάντησε με δασμούς ύψους 34% σε αμερικανικά προϊόντα, δίνοντας το σήμα για ένα ντόμινο αντιδράσεων που μπορεί να πλήξει σοβαρά την οικονομία των ΗΠΑ.
Το μέχρι πρότινος ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον που άφησε ως παρακαταθήκη ο Τζο Μπάιντεν έχει πλέον ανατραπεί, με την πτώση της εμπιστοσύνης επενδυτών και καταναλωτών, τη συρρίκνωση των εξαγωγών και τις βουτιές στη Wall Street να δημιουργούν ένα ζοφερό τοπίο. Η ίδια η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (FED) έχει προειδοποιήσει για τον κίνδυνο ύφεσης.
Αν και ο Τραμπ εμφανίζεται αμετακίνητος στη νέα του εμπορική στρατηγική, η χαμηλή του δημοτικότητα στον τομέα της οικονομίας ίσως τον οδηγήσει αναγκαστικά σε πραγματικό διάλογο. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά το Bruegel, είναι θεμιτή η επιθυμία αποφυγής μιας πλήρους σύγκρουσης, όμως ο εμπορικός πόλεμος έχει ήδη ξεκινήσει.
Η ΕΕ καλείται πλέον να επιλέξει: είτε να υποχωρήσει άνευ όρων ελπίζοντας σε μελλοντική επιείκεια από έναν απρόβλεπτο συνομιλητή, είτε να αντιδράσει δυναμικά διατηρώντας ταυτόχρονα ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας. Η υποχώρηση, καταλήγει το Bruegel, είναι πιθανότερο να ενθαρρύνει περαιτέρω απαιτήσεις. Αν ο στόχος είναι η ταχεία αποκλιμάκωση μιας οικονομικά καταστροφικής σύγκρουσης, η Ευρώπη δεν έχει άλλη επιλογή από το να ρισκάρει την αναμέτρηση.