Η πολεμική βιομηχανία ως σανίδα οικονομικής σωτηρίας της Ευρώπης

Η πολεμική βιομηχανία ως σανίδα οικονομικής σωτηρίας της Ευρώπης

To μεγάλο ζητούμενο για την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης είναι η ελαχιστοποίηση ή και ο μηδενισμός της απόστασης που την χωρίζει από το ψηφιακό και τεχνολογικό επίπεδο στο οποίο βρίσκονται οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Είναι χαρακτηριστικό πως στα περισσότερα τεχνολογικά συνέδρια σε όλον τον κόσμο, ακούγεται ότι «σε έναν κόσμο που καινοτομεί, η Ευρώπη νομοθετεί». Και ότι το κανονιστικό και ρυθμιστικό πλαίσιο των Βρυξελλών μαζί με τη γραφειοκρατία και την πολυπλοκότητα των διαδικασιών, λειτουργούν ως ανάχωμα, στην ανάπτυξη καθαρά ευρωπαϊκών ψηφιακών υπηρεσιών και προϊόντων.  

Όμως, παρά τη σημαντική υστέρηση που παρουσιάζει η Ευρώπη στις εκρηκτικές τεχνολογικές εξελίξεις, η Ευρώπη τα προηγούμενα χρόνια είχε στρέψει τη προσοχή της στην βεβιασμένη στροφή στην Πράσινη Μετάβαση. Την οποία χρησιμοποιούσε ως το Ιερό Δισκοπότηρο της ανάπτυξης και ως κυρίαρχο επενδυτικό εργαλείο. Η ενεργειακή κρίση λόγω τη Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, απέδειξε ότι οι περισσότερες πολιτικές ήταν βιαστικές και κακοσχεδιασμένες. Και αυτό το πλήρωσαν τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά.

Και ενώ η οικονομία της Γερμανίας φλερτάρει με την ύφεση και ετοιμάζεται να υπερπηδήσει άρον - άρον το περίφημο «φρένο χρέους» (Schuldenbremse) που προβλέπει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, και η Γαλλία βρίσκεται σε ένα δημοσιονομικό άλμα στο κενό, βρέθηκε μια νέα λύση που θα αποτρέψει την εμφάνιση μεγάλης και ευρείας οικονομικής κρίσης στη Γηραιά Ήπειρο. 

Το όνομα αυτής της λύσης είναι η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Όχι μόνο στη Γερμανία και στη Γαλλία, αλλά σε όλα τα ευρωπαϊκά Νατοϊκά κράτη. Ήδη ο αναμενόμενος κυβερνητικός συνασπισμός στο Βερολίνο με τη συμμετοχή της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), έχει ανακοινώσει ένα δημοσιονομικό σχέδιο που εξαιρεί σημαντικές στρατιωτικές δαπάνες από το «φρένο χρέους» της Γερμανίας και δημιουργεί ένα ταμείο υποδομών και προστασίας του κλίματος εκτός προϋπολογισμού, ύψους 500 δισ. ευρώ ($546 δισ.).

Σαν αποτέλεσμα οι διεθνείς επενδυτικοί οίκοι αναθεωρούν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για την πορεία του γερμανικού ΑΕΠ. Η Goldman Sachs εκτιμά την πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ στη Γερμανία φέτος στο +0,2% από το απόλυτο μηδέν. Ταυτόχρονα αυξάνει την πρόβλεψη της για το 2026 από το +1% στο +1,5%, ενώ για το 2027 προβλέπει αύξηση του γερμανικού ΑΕΠ από το +1,4% στο +2%.

Η Goldman Sachs προβλέπει ότι η Γαλλία θα αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες στο 2,9% του ΑΕΠ έως το 2027, η Ιταλία θα φτάσει το 2,8% του ΑΕΠ, και η Ισπανία θα αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες στο 2,7% του ΑΕΠ. Στην ακόλουθη γραφική παράσταση από έκθεση της Goldman Sachs Research, παρατηρούμε την πορεία της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών σε σχέση με το ΑΕΠ από το 2024 μέχρι και το 2027 για την Γερμανία, την Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία.

pastedGraphic.png

Δεν είναι ξεκάθαρο από που θα προκύψουν οι συγκεκριμένες αυξήσεις των αμυντικών δαπανών. Θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν με περικοπές άλλων δημοσίων δαπανών ή με αυξήσεις φόρων. Ή ακόμα με έκδοση χρέους αφού και οι προαναφερθείσες χώρες πλησιάζουν επικίνδυνα τα δημοσιονομικά τους όρια. 

Παρ’ όλα αυτά, οι εκτιμήσεις για την πορεία του ευρωπαϊκού ΑΕΠ, αναθεωρούνται ήδη προς τα πάνω, με το πρόγραμμα ReArm Europe ύψους 800 δισ. ευρώ, να δίνει την απαραίτητη ώθηση για την αποφυγή της οικονομικής στασιμότητας. Έτσι οι αναλυτές προβλέπουν ότι η αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ για το 2025 θα φτάσει στο +0,8% από +0,7%, για το 2026 στο +1,3% από +1,1% και για το 2027 στο +1,6% από +1,3%.

Στις ανωτέρω προβλέψεις για το ΑΕΠ της Ευρώπης δεν έχουν συνυπολογιστεί οι απώλειες από την επιβολή των αμερικανικών δασμών και  τις αυξανόμενες εμπορικές εντάσεις με τις ΗΠΑ. Σε γενικές γραμμές, στα μετριοπαθή σενάρια, υπολογίζεται ότι θα υπάρξει μια αρνητική επίπτωση στην ανάπτυξη από -0,5% έως και -1%.

Η προοπτική των αυξημένων κρατικών δαπανών σε ολόκληρη την ευρωζώνη αποσυμφορίζει και την πίεση που ασκείται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για μείωση των επιτοκίων. Πλέον όλοι θα είναι ικανοποιημένοι - και ειδικά οι κεντρικοί τραπεζίτες - εάν τα επιτόκια φτάσουν σε ένα τελικό επίπεδο της τάξης του 2%, μετά από δυο μειώσεις κατά 0,25% τον τρέχοντα Απρίλιο και τον ερχόμενο Ιούνιο. 

Το αν θα διασωθεί η ευρωπαϊκή οικονομία μέσω της αύξησης των στρατιωτικών δαπανών μένει να απαντηθεί. Η προηγηθείσα ανάλογη απόπειρα μέσω της πράσινης μετάβασης, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιτυχημένη. 

Παράλληλα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες και με την κοινή γνώμη. Τα οικονομικά τραύματα στα νοικοκυριά από την πράσινη μετάβαση και την βαθιά ενεργειακή κρίση η οποία μετάβαλε άρδην το οικονομικό status των πολιτών, είναι ακόμα ανοικτά. Και δεν είναι σίγουρο ότι οι Ευρωπαίοι θα υποστηρίξουν δίχως ενστάσεις την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο μόνο το 60% των Ευρωπαίων είναι θετικοί. Σύμφωνα δε με το Bertelsmann Stiftung (Εupinions) καταγράφεται πτώση και στην υποστήριξη της ενιαίας ευρωπαϊκής άμυνας. Στην Ισπανία η υποστήριξη έχει υποχωρήσει από το 92% το 2022, στο 83% στο 2024 και στη Γαλλία από 87% στο 71% στο ίδιο χρονικό διάστημα.