Αμελλητί

Αμελλητί

Λέξη απαιτητική η σημερινή που προσδίδει λόγιο ύφος στο λόγο μας, αλλά αποδεικνύει ταυτόχρονα τον πλούτο της ελληνικής μας γλώσσας.

Αμελλητί, λοιπόν, χωρίς χρονοτριβή δηλαδή, ανυπερθέτως, αμέσως, σε κάθε περίπτωση θα σας παρουσιάσουμε το γλωσσικό μας τύπο.

Αμελλητί χρειάζονται διακοπές κάποιοι, αμελλητί είναι ανάγκη να ληφθούν μέτρα, ώστε να σταματήσουν οι μπαχαλάκηδες να φθείρουν την ιδιωτική και κρατική περιουσία, αμελλητί οφείλουν να γίνουν ανταγωνιστικά τα ελληνικά πανεπιστήμια.

Όλα αυτά τα αμελλητί, όπως καταλάβατε, ισοδυναμούν με το χωρίς αργοπορία.

Η λέξη είναι ελληνιστική, ?μελλητί, με τους ωραίους τόνους και τα πνεύματά της, είναι επίρρημα σε -τι, που σχηματίζεται από ?- το στερητικό και το αρχαίο ρήμα μέλλω, που σημαίνει σκοπεύω, προτίθεμαι, πρόκειται να, αργοπορώ, αναβάλλω. Επομένως, όταν δρω αμελλητί, την πρόθεσή μου την κάνω πράξη χωρίς αναβολή.

Στα αρχαία χρόνια υπήρχε και το ομώνυμο ?μελητί, που προερχόταν από το ?μελ? (=δεν νοιάζομαι) και περιέγραφε ως επίρρημα την συμπεριφορά που δεν περιέχει φροντίδα.

Ομόρριζα του ?μελλητί για τα αρχαία μας χρόνια ήταν τ? μέλλημα και ? μέλλησις, η βραδύτητα, ? μελλητής, ο διστακτίκός, εκείνος που αφήνει τα πράγματα για αργότερα.

Στα νέα ελληνικά τα ομόρριζα περιλαμβάνουν μια σειρά λέξεων που σχετίζονται με το μέλλον: μελλοντικός, μελλοντολόγος, μελλούμενος και,   μακριά από εδώ, μελλοθάνατος.

Κατά μία εκδοχή, το β'' συνθετικό μέλλω, του ?μελλητί ανάγεται στη ρίζα μέλ-jω, του απαρεμφάτου μολε?ν, του αρχαίου ρήματος βλώσκω (=πηγαίνω και έρχομαι. Το μολε?ν μάς είναι γνωστό από το μολών λαβέ, του ηρωικού Λεωνιδα. Συνεπώς το ?μελλητί περιγράφει ό, τι γίνεται δίχως πηγαινέλα, πισωγυρίσματα, μια έτσι, την άλλη αλλιώς.

Έχετε και άλλες δουλειές να κάνετε, όπως είναι φυσικό, και γι'' αυτό σας αφήνουμε αμελλητί, αμέσως.

Αντώνυμα του αμελλητί: με καθυστέρηση, με το πάσο μας, πηγαίνοντας σαν τον κάβουρα.