Αργύρια

Αργύρια

Πρόσωπο της ημέρας είναι ο Ιούδας και η προδοσία του και χαρακτηριστικό του πάθος η φιλαργυρία. Το τροπάριο της ημέρας κάνει λόγο για την αγάπη του για τα χρήματα. Ακούμε το απόγευμα:

«?τε ο? ?νδοξοι μαθηταί ?ν τ? νιπτ?ρι το? δείπνου ?φωτίζοντο, τότε ?ούδας ? δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας, ?σκοτίζετο? καί ?νόμοις κριτα?ς σέ τόν δίκαιον κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε, χρημάτων ?ραστά, τόν διά τα?τα ?γχόν? χρησάμενον? φε?γε ?κόρεστον ψυχήν τήν διδασκάλ? τοια?τα τολμήσασαν. ? περί πάντας ?γαθός, Κύριε, δόξα σοι».

Και η απόδοση στα Νέα Ελληνικά:

Όταν οι ένδοξοι μαθητές, ενώ ο Χριστός τούς έπλενε τα πόδια και δέχονταν τον φωτισμό Του, τότε ο ασεβής Ιούδας, επειδή αρρώστησε από την φιλαργυρία, παραδίδει Εσένα τον δίκαιο κριτή, στους άνομους δικαστές. Βλέπε, εσύ που αγαπάς τα χρήματα, αυτόν που εξαιτίας των χρημάτων κρεμάστηκε· να αποφεύγεις την ακόρεστη ψυχή, που τόλμησε τέτοιου είδους πράγματα στον διδάσκαλό της. Κύριε, δόξα σοι, που είσαι αγαθός ως προς όλους.

Αργύρια, λοιπόν, είναι τα χρήματα, για την ακρίβεια τα ασημένια νομίσματα. Η αγάπη γι'' αυτά η φιλαργυρία, είναι πραγματική ασθένεια της ψυχής που σκοτίζει το νου του ανθρώπου και κάνει την ψυχή του αχόρταγη, ακόρεστη, ανικανοποίητη.

Η λέξη ?ργυρος, από όπου παράγεται το λήμμα μας είναι ήδη ομηρική και ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα arg-u-, ?ργός, δηλαδή, που σημαίνει λευκός, φωτεινός. Προφανώς δηλώνει το άσπρο χρώμα που είχε το ασήμι, το οποίο χρησιμοποιούνταν για την δημιουργία νομισμάτων. Γι'' αυτό άργυρος ήταν το ασήμι. Ακόμη, ο άργυρος λειτουργούσε και ως μέσον συναλλαγής. Πολλές φορές, όμως, η ποιότητά του δεν ήταν η κατάλληλη για κοπή νομισμάτων. Αυτός ο ακατάλληλος άργυρος λεγόταν ?σημος ?ργυρος, άργυρος χωρίς σήμα, κακής ποιότητας. Απ'' τον άσημο άργυρο μας ήλθε και η ονομασία ασήμι. Με άσημο άργυρο έφτιαχναν μεταλλικά σκεύη και όχι νομίσματα. Αυτά γίνονταν από τον καλό, καθαρό άργυρο και γι'' αυτό τα έλεγαν αργύρια.

Στα λατινικά το ασήμι ήταν argentum, ελληνικής καταγωγής λεκτικός τύπος φυσικά. Και από εδώ έχουμε το γαλλικό χρήμα, το argent, με ανάλογη ιστορία με τα δικά μας αργύρια.

Και θα ξαναέλθουμε στα αργύρια του Ιούδα, που ήταν τριάκοντα, και επειδή ο Ιούδας μετεμελήθη, αλλά δεν μετενόησε, δεν άλλαξε νου, τα επέστρεψε και αγόρασαν με αυτά τον αγρό του κεραμέως. Τα τριάκοντα αργύρια έμειναν στην γλώσσα μας ως το αντάλλαγμα κάθε προδοσίας, το αντίτιμο για ευτελή οφέλη και ανταλλάγματα.

Περίφημος είναι και ο πίνακας του Ολλανδού ζωγράφου Ρέμπραντ, που έχει τον τίτλο: «Η επιστροφή των τριάκοντα αργυρίων από τον Ιούδα».

Στην ίδια οικογένεια με τα αργύρια είναι και ο αργυραμοιβός (αυτός που εξαργυρώνει ξένα νομίσματα), ο αργυρώνητος (όποιος εξαγοράζεται με χρήματα), ο αρχυροχρυσοχόος, ο άργιλος, λόγω του λευκού του χρώματος. Καπετάν Αργύρη, στην λαϊκή μας γλώσσα, αποκαλούμε το χρήμα, ενώ Ανάργυροι ήταν -μεταξύ άλλων - οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, Κοσμάς και Δαμιανός, που γιάτρευαν αρρώστους, χωρίς να δέχονται χρήματα ως αμοιβή.