Αφορμή για την σημερινή μας λέξη η επικαιρότητα, αφού αναφερόμαστε στην δημοπρασία για τις τηλεοπτικές άδειες. Για δημοπρασία, λοιπόν, ο λόγος που είναι «λέξη πλασθείσα υπό των λογίων» όπως λέμε. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό μας, αλλά βρισκόταν δυνάμει σε αυτό. Είχαμε τα συνθετικά της το δ?μος (λαός) και το πιπράσκω (πουλώ).
Άρα η δημοπρασία είναι μια δημόσια πώληση ή μια πώληση ενώπιον του κόσμου. Δημιουργήθηκε το 19ο αιώνα και στηρίχθηκε στην ελληνιστική δημοπράτης. Η ελληνιστική εποχή είναι τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου. Ονομάζονται έτσι, γιατί στα βασίλεια που ιδρύθηκαν από τους διαδόχους του διαδόθηκε η ελληνική γλώσσα που έφτασε να ομιλείται μέχρι τον Ινδό ποταμό. Ήταν κάτι σαν την σημερινή αγγλική. Όποιος επιθυμούσε να επικοινωνήσει με τους άλλους, έπρεπε να την γνωρίζει. Ταυτόχρονα ήταν και η γλώσσα των μορφωμένων.
Ο δημοπράτης ήταν ο πωλητής των δημοσίων αγαθών. Αυτό το μαθαίνουμε από τον γραμματικό, λεξικογράφο και σοφιστή του 2ου αιώνα μ. Χ. Ιούλιο Πολυδεύκη. Στο έργο του «?νομαστικόν» μας δίνει αυτήν την πληροφορία. Αν και καταγόταν από την Ναύκρατη της Αιγύπτου, σπούδασε και δίδαξε ρητορική στην Αθήνα. Στο συγκεκριμένο έργο του διασώζει πολλές πληροφορίες για την Αθήνα και το πολίτευμά της και παραθέτει όρους της εποχής, όπως αυτόν του δημοπράτη.
Από τον δημοπράτη προέκυψε και η δημοπρασία, η δημόσια εκποίηση αντικειμένων ή περιουσιακών στοιχείων, τα οποία κατακυρώνονται σε όποιον δώσει το υψηλότερο αντίτιμο. Συνώνυμή της είναι ο πλειστηριασμός. Μπορεί, όμως, να έχουμε μειοδοτική δημοπρασία, οπότε κάνουμε λόγο για διαδικασία, στην οποία αναζητάμε το χαμηλότερο χρηματικό κόστος. Η μειοδοτική δημοπρασία λέγεται αλλιώς και μειοδοτικός διαγωνισμός. Η δημοπρασία μπορεί να είναι μυστική ή φανερή, όταν οι προσφορές για τα αγαθά βρίσκονται σε σφραγισμένους φακέλους ή διαμορφώνονται εκείνην την στιγμή αντίστοιχα.
Στο λεξιλόγιό μας έχει προστεθεί εκτός από την ηλεκτρονική δημοπρασία η έγχαρτη, όπου οι προσφορές θα γίνονται σε ένα φύλλο χαρτιού.
Ας συμπληρώσουμε λίγο τις γνώσεις μας με άλλα επίθετα που μπορεί να χαρακτηρίζουν την δημοπρασία.
Αντίστροφη δημοπρασία: οι υποψήφιοι πελάτες κάνουν τις προσφορές.
Ολλανδική δημοπρασία: ο δημοπράτης θέτει υψηλή τιμή εκκίνησης που ελαττώνεται σταδιακά μέχρι να βρεθεί υποψήφιος αγοραστής.
Τα κανάλια δημοπρατούνται και όλοι μας έτοιμοι για το δημοπρατήριο. Η επίσης νέας κοπής δημοπρατήριο περιγράφει και τον ανοιχτό χώρο όπου πωλούνται μεταχειρισμένα αντικείμενα σε χαμηλή τιμή. Η αρχική της μορφή ήταν δημοπρατητήριο και με απλοποίηση έγινε δημοπρατήριο. Στο Μοναστηράκι έχουμε ένα δημοπρατήριο διαρκείας ή επί το λαϊκότερον γιουσουρούμ.
Η διαδικασία για την πώληση των καναλιών λέγεται δημοπράτηση.
Τα κανάλια βγαίνουν στο σφυρί! Εμείς απλώς λεξιλογούμε.