Σύνθετη λέξη από την πρόθεση ?κ και το θε?ον το ρήμα εκθειάζω, που σημαίνει αποδίδω σε κάποιον την ιδιότητα του θεού.
Εκθειάζουμε, σήμερα, λοιπόν και θεοποιούμε λατρεύουμε ως θεούς πρόσωπα ή αποδίδουμε θεϊκά στοιχεία σε αντικείμενα. Μπορούμε συνεπώς να εκθειάζουμε και αντικείμενα, όταν τα αγαπάμε με θρησκευτική ευλάβεια. Αυτή η προσήλωση στο αγαπώμενο πρόσωπο ή αντικείμενο έκανε την λέξη να σημαίνει επαινώ, θαυμάζω.
Όταν εκθειάζω, εγκωμιάζω με ιδιαίτερη έμφαση και ο λόγος μου γίνεται εκθειαστικός, επαινετικός, σωστός εκθειασμός.
Στην αντίθετη περίπτωση κατηγορώ, επικρίνω, μέμφομαι ή ονειδίζω, λέξεις που η καθεμιά αποτελεί αφορμή για μια ξεχωριστή ανάλυση στο γλωσσάρι μας.
Εκθειαστικές, υμνητικές και επαινετικές είναι οι παρατηρήσεις μας για την υπομονή που δείχνετε να μας διαβάζετε.
Κι εμείς με την σειρά μας, τώρα που συντάσσουμε το λήμμα, δεν βρίσκουμε κάτι από την επικαιρότητα, για να εκθειάσουμε. Οπότε φυλάμε τους διθυράμβους για όταν συμβεί κάτι που να μας γεμίζει υπερηφάνεια. Τότε θα του πλέξουμε το εγκώμιο.