Πώς θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε στο γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού αυτές τις υπέροχες καλοκαιρινές ημέρες;
Για το εθνικό μας χρώμα ο λόγος, αυτό που χαρακτηρίζει περισσότερο τη χώρα μας, μια που, όταν φουντώνει η ζέστη, η σκέψη μας αναζητά τη θάλασσα τη γαλανή και τα ωραία της.
Ο γαλάζιος είναι λέξη μεσαιωνική και προέρχεται από τη μετοχή γαλαΐζων. Αυτή με τη σειρά της προκύπτει από το ρήμα καλαΐζω, που έχει τη ρίζα του στο ουσιαστικό κάλ(λ)αϊς.
? κάλαϊς, το? καλάιδος ήταν ένας πολύτιμος λίθος με γαλαζοπράσινο χρώμα. Στα ελληνιστικά χρόνια λεγόταν καλλεανός, από όπου μας ήλθε ο συνώνυμος και ομόρριζος του γαλάζιου, ο γαλανός.
? κάλαϊς είναι πιο γνωστός σε εμάς ως καλαΐτης λίθος ή τυρκουάζ (turquois). Η πέτρα αυτή, όπως προδίδει η ονομασία της τυρκουάζ, έχει να κάνει φυσικά με τους Τούρκους, γιατί ήλθε στην Ευρώπη από τους Βενετούς εμπόρους, που την μετέφεραν από την Τουρκία. Ο φιλόσοφος Θεόφραστος από την Ερεσό της Λέσβου, συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη, (371 π.Χ. – περ. 287/5 π.Χ.) τον ονομάζει καλλαΐτην, δηλαδή καλή πέτρα. Έχει ένα υπέροχο γαλάζιο χρώμα και, αν δεν περιέχει φλέβες, θεωρείται πολύτιμη με εξαιρετική αξία. Αυτό το ιδιαίτερο γαλάζιο χρώμα της, κατά τη μυθολογία, οφείλεται στο ότι ήταν καρπός της ένωσης της Γης και του Ουρανού.
Ως επίθετο στα αρχαία ελληνικά ? καλάϊνος ήταν ο γαλαζοπράσινος. Κέραμοι καλάϊνοι ήταν κάποια αιγυπτιακά αγγεία. Γι'' αυτό έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ? καλάϊνος είναι τύπος που μας ήλθε από την Αίγυπτο, γιατί εκεί χρησιμοποιούσαν το χρώμα αυτό στην κεραμεική.
Υπήρχαν, όμως, και ?στρακα καλάϊνα, με χρώμα όμορφο γαλαζωπό.
Με όλα αυτά που συζητάμε έχει σχέση και το καλάι, λέξη ταξιδιάρα, αντιδάνειο. Αυτή την πήραμε από το τουρκικό kalay, που σημαίνει κασσίτερος. Κι οι Τούρκοι ξεκίνησαν από το δικό μας κάλλαϊν.
Ας έλθουμε στα δικά μας γαλανά, με πρώτη και καλύτερη τη γαλανόλευκη σημαία που κυματίζει υπερήφανη στην Ελλάδα μας και σε άλλα σημεία του γαλάζιου πλανήτη, της Γης, δηλαδή, που ονομάζεται έτσι λόγω των Ωκεανών που την περιβάλλουν.
Γαλάζια μάτια σε διάφορες αποχρώσεις, από τα ανοιχτά ως τα σκούρα.
Αναζητάμε παραλίες με γαλάζια σημαία, για να ξεχαστούμε κολυμπώντας στα γαλανά ή καταγάλανα νερά ή να ταξιδεύσουμε με τη ματιά μας στο απέραντο γαλάζιο.
Γαλάζια γενιά η νεολαία γαλάζιου κόμματος, αν και ο όρος δεν ακούγεται τελευταία.
Οι γαλαζοαίματοι, όσοι ανήκουν σε βασιλικές οικογένειες, έχουν κι εκείνοι το λεξιλογικό τους ταξίδι. Αντιδάνειο από την ισπανική sangre azul (γαλάζιο αίμα), χρησιμοποιήθηκε, για να περιγράψει τους Ισπανούς ευγενείς του μεσαίωνα, στους οποίους οι φλέβες διακρίνονταν κάτω από τη λευκή επιδερμίδα. Αυτό δε συνέβαινε, όμως, στους εισβολείς Άραβες, γιατί το δέρμα τους ήταν μελαχροινό. Έτσι οι γαλαζοαίματοι διακρίνονταν με αυτόν τον τρόπο από τους κατακτητές.
Ο γαλάζιος ή γαλανός έχει ως συνώνυμα τον μπλε, θαλασσί, μαβή, γλαυκό, γλαυκώδη, γλαυκωπό, ουρανή, κυανόχρωμο, κυανό, σιέλ, ζουμπουλή, λαζουρή, λουλακή, μπλε μαρέν. Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει στην παράθεση αυτή ότι δεν είναι όλα συνώνυμα μεταξύ τους, γιατί αναφέρονται σε διαφορετικές ποικιλίες του γαλάζιου, γαλανού.
Γαλανολεξιλογήσαμε όπως και έπρεπε!