Κήνσορας

Κήνσορας

Άρθρο της Νίκης Τζαβέλα με τίτλο Κήνσορες και θεράποντες έκανε λόγο για λογής θεσμικούς κήνσορες που καθοδηγούν τους θεράποντες της ανάπτυξης σε αντίδραση κατά της όποιας προσπάθειας ουσιαστικής μεταρρύθμισης στην χώρα μας.

Αυτός ? κήνσωρ, το? κήνσορος ή κένσωρ, το? κένσορος μάς ήλθε από το λατινικό censor, ουσιαστικό που δήλωνε ένα από τα αξιώματα της ρωμαϊκής πολιτείας, κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής δημοκρατίας ( res publica 509 π. Χ. - 31 π. Χ.), αυτό του τιμητή. Η δουλειά του τιμητή, του κήνσορα, ήταν να καταγράφει σε καταλόγους τους πολίτες της Ρώμης και να σημειώνει την περιουσία τους. Δύο ήταν οι κήνσορες και διεξήγαγαν τον λεγόμενο κ?νσον, μια έρευνα, απογραφή. Όποιος από τους Ρωμαίους δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, για να ανήκει στην τάξη του, διωχνόταν από αυτήν και υποβιβαζόταν σε μια από τις κατώτερες. Ο υποβιβασμός του ονομαζόταν ατιμία. Ταυτόχρονα, είχαν οι κήνσορες την δυνατότητα να συντάσσουν τους καταλόγους των Ρωμαίων Συγκλητικών, της ισχυρής πολιτικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας ήταν ισόβια. Αν οι Συγκλητικοί έκαναν παραπτώματα, οι κήνσορες μπορούσαν να τους διαγράψουν.

Κήνσορες ή τιμητές γίνονταν τόσο τα μέλη της αριστικρατικότερης και πλουσιότερης τάξης των πατρικίων όσο και μέλη της τάξης των λαϊκότερων πληβείων. Περίφημος τιμητής στην ρωμαϊκή ιστορία ήταν ο Κάτων (234 π. Χ. - 149 π. Χ., ο οποίος από το αξίωμά του επέκρινε δριμύτατα τους πάλαι ποτέ ολιγαρκείς συμπατριώτες του, επειδή είχαν επηρεαστεί, λόγω των κατακτήσεων, από τον τρυφηλό τρόπο ζωής των Ελλήνων και των ελληνιζόντων της Ανατολής. Μάλιστα διαφωνούσε με την εισαγωγή στην Ρώμη των νέων εδεσμάτων, ένα από τα οποία ήταν και το ψάρι. Έβαλε, λοιπόν, στόχο της ζωής του να αναμορφώσει τα διεφθαρμένα ρωμαϊκά ήθη.

 

(Φωτ: Μάρκος Πόρκιος Κάτων)

 

Οι κήνσορες επέβαλαν ποινές. Έτσι, αυτή η λέξη πολύ γρήγορα έφτασε να σημαίνει και οποιονδήποτε γινόταν κριτής των άλλων, εξεταστής ή επιτιμούσε, σχολίαζε συμπολίτες του, καυτηριάζοντας δηκτικά την συμπεριφορά τους.

Σήμερα, με τον κήνσορα εννοούμε όποιον παρατηρεί εξεταστικά τους άλλους ή τους κατατάσσει σε κατηγορίες, υιοθετώντας συχνά ανελαστικά κριτήρια. Κήνσορες γίνονται οι διανοούμενοι, οι πολιτικοί, εκκλησιαστικοί άρχοντες, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, γονείς, με λίγα λόγια όλοι μας. Με τα σύγχρονα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κήνσορας ή αρχαιοπρεπέστερα κήνσωρ μπορεί να γίνει ο καθένας από μας στο φέισμπουκ, τουίτερ και αλλού.

Στα δικά μου σχολικά χρόνια, όταν οι δάσκαλοι είχαν ευρυμάθεια,  καλλιέργεια και μιλούσαν ωραία την γλώσσα μας, χωρίς να διακατέχονται από ιδεοληψιες σχετικά με την χρησιμότητα ή όχι των παλιότερων ελληνικών μας, συχνά ακούγαμε την φράση: Μην γίνεσαι κήνσορας ή τιμητής των πάντων! Εννοούσαν με αυτό: Μην στηλιτεύεις συμπεριφορές, να τις εξηγείς και να τις τοποθετείς στην σωστή τους διάσταση.

Από το λατινικό censor, προέρχεται και ο αγγλικός λεκτικός τύπος για την λογοκρισία, censorship, το γαλλικό censure, το γερμανικό Zensur, φυσικά το ιταλικό censura, ακόμα και το τουρκικό sansur, μια που η τουρκική δανείζεται πολλούς τεχνικούς όρους από τα γαλλικά.

Συνώνυμα του κήνσορα – τιμητή είναι εισαγγελέας, κριτής, επικριτής.