Μια σπάνια λέξη θυμηθήκαμε σήμερα με αφορμή το άρθρο του δρ. Σπυρίδωνος Πλακούδα «Erdogan ή Τανκς; Το ελληνικό δίλημμα», της 22ας Ιουλίου. Εκεί γίνεται λόγος για επαΐοντες που κορυβαντιούν για την κρίση των 8, δηλαδή για την τύχη των οκτώ Τούρκων αξιωματικών.
Το ρήμα αυτό, που το συναντάμε μόνο στον ενεστώτα και παρατατικό στα νέα ελληνικά, σημαίνει διακατέχομαι από μεγάλο ενθουσιασμό και χρησιμοποιείται, για να προσδώσει στον λόγο μας ειρωνικό ύφος. Στο παραπάνω άρθρο, συνεπώς, οι επαΐοντες κάνουν πολύ θόρυβο, γράφοντας και ξαναγράφοντας σε φρενήρη ρυθμό μέσα στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν τις απόψεις τους.
Η λέξη βγαίνει από το αρχαίο ρήμα κορυβαντιάω - κορυβαντιώ, που περιγράφει την ιερή μανία και τον ενθουσιασμό που καταλαμβάνει κάποιον, όταν τελεί τις τελετές των Κορυβάντων. Οι Κορύβαντες ήταν - κατά μία εκδοχή - ιερείς της θεάς Ρέας στην Φρυγία. Τελούσαν τις τελετές προς τιμήν της θεάς, στο ρυθμό άγριας μουσικής και έκαναν έντονες κινήσεις των χεριών και του κεφαλιού. Αργότερα συνδέθηκαν με την θεά Κυβέλη. Οι πιστοί λάτρευαν επίσης τους Κορύβαντες - που κατά άλλη εκδοχή ήταν οι πρώτοι άνθρωποι στη γη - με οργιαστικούς χορούς ή τους επικαλούνταν χτυπώντας κύμβαλα πολύ δυνατά. Από την μανία τους αυτοτραυματίζονταν πότε - πότε. Γι'' αυτό, η λέξη Κορύβας περιέγραφε, επίσης, τον μέθυσο ή τον μουσικό που έπαιζε θορυβωδώς (τον χεβιμεταλά ή ράπερ θα λέγαμε εμείς). Ακόμη, ο Κορύβας είχε να κάνει με την έμπνευση των ποιητών, την σπίθα που γίνεται φωτιά και δίνει κορυβαντικές (στομφώδεις ή μεγαλόπνοες) ποιητικές συνθέσεις.
Κορυβαντε?α, ιερά για την λατρεία των Κορυβάντων υπήρχαν πολλά στην Μ. Ασία, αλλά και στην Κρήτη και την Ρόδο. Στην Κρήτη, το αντίστοιχο ιερό ήταν στην Ιεράπετρα, που η αρχαία ονομασία της ήταν Κύρβη.
Θα κορυβαντιολεξιλογήσουμε (δική μας λέξη) λίγο περισσότερο σήμερα και θα πούμε ότι το αρχαίο ρήμα κορυβαντιώ απέδιδε την τρέλα ή την εξαλλοσύνη που καταλαμβάνει κάποιον, όταν νιώθει ζήλο για ένα πράγμα με το οποίο ασχολείται. Ειρωνικά, ο κωμικός Αριστοφάνης ονομάζει κορυβαντιώντες εκείνους που νυστάζουν, τους παίρνει ο ύπνος όρθιους, και μετά ξαφνικά ξυπνούν και πετάγονται πάνω. Ο τρόπος που κουνούν το κεφάλι τους μοιάζει πολύ με τις κορυβάντειες κινήσεις.
Η φρενήρης ευφορία λέγεται επίσης κορυβαντισμός. Σήμερα πολιτικοί κορυβαντιούν, κόπτονται με κραυγές για την τύχη της χώρας. Το ίδιο και αναλυτές, δημοσιογράφοι, όταν τους πιάνει ο οίστρος να κάνουν φασαρία για ένα ζήτημα.
Κι οι υπόλοιποι κορυβαντιούμε, μαινόμαστε, για να μας προσέξουν ή επειδή έχουμε δίκιο και το διεκδικούμε έντονα.
Αντώνυμα του λήμματος: ηρεμώ, είμαι νηφάλιος.