Μια ιστορία για την οίηση σήμερα, που βγαίνει από το ρήμα ο?ομαι. To o?ομαι σημαίνει νομίζω, πιστεύω, έχω την γνώμη. Το παράγωγο ουσιαστικό ο?ησις αρχικά δήλωνε την άποψη, την ιδέα, την αντίληψη που έχει κάποιος για ένα θέμα. Για παράδειγμα, λέγεται για τον Ηράκλειτο, τον Εφέσιο, ότι είναι από τους πρώτους που στα κείμενά του μαρτυρείται η λέξη ήδη από τον 6ο αιώνα: ? δ? γε ?ράκλειτος ?λεγε τ?ν ο?ησιν προκοπ?ς ?γκοπήν (αποσπ. 131. 1-2). Δηλαδή, σε νεοελληνική απόδοση: ο Ηράκλειτος τουλάχιστον έλεγε ότι η άποψη, η γνώμη είναι το εμπόδιο για να κάνει κανείς προκοπή. Με αυτό εννοεί ο προσωκρατικός φιλόσοφος προφανώς όχι ότι είναι κακό να έχει κανείς μια ορισμένη στάση, αλλά ότι είναι ολέθριο να μένει προσκολλημένος σε αυτήν και να μην ακούει τους άλλους, να μην προσπαθεί να συνταιριάξει τις θέσεις του με αυτές των υπολοίπων. Ας θυμίσουμε εδώ ότι βασική αρχή που διέπει την Ηρακλείτεια φιλοσοφία είναι ότι το σύμπαν υπόκειται σε μια διαρκή αλλαγή, μια αέναη κίνηση. Άρα, η μία και μοναδική «ο?ησις», αναστέλλει την πρόοδο.
Φανταστική απεικόνιση του Ηρακλείτου σε πίνακα του Ολλανδού ζωγράφου Γιοχάνες Μορέιλσε (περ.1630). Από τον ιστότοπο: https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=95512
Ενώ αρχικά «ο?ησις» ήταν η τοποθέτηση πάνω σε ένα ζήτημα, γρήγορα κατέληξε να σημαίνει την θεώρηση κάποιου για τον εαυτό του. Έτσι η σημασία της ταυτίστηκε με την έπαρση και την αλαζονεία.
Οίηση, λοιπόν, δείχνουμε όταν υπερτονίζουμε τις ιδιότητές μας, το εγώ μας. Όταν φλυαρούμε καυχώμενοι πάλι, είμαστε οιηματίες και υπερόπτες.
Άλλα συνώνυμα της οίησης είναι η καυχησιά, ο εγωισμός, ο κομπασμός, η κομπορρημοσύνη. Πολλές φορές η οίηση, φθάνει στα όρια της ύβρεως. Τότε, έρχεται η πραγματικότητα και μας προσγειώνει, μας δίνει με τον έναν ή άλλο τρόπο μια κατραπακιά και ξαναβρίσκουμε το μέτρο και τα αντώνυμα του λήμματος που είναι η μετριοφροσύνη και η ταπεινοφροσύνη.
Κι επειδή μιλάμε για οίηση, ας πούμε κι άλλη μια απαιτητική λέξη του νεοελληνικού λεξιλογίου, συνώνυμή της και λίγο βαρύγδουπη και οιηματική, την μεγαλαυχία. Γι''αυτήν θα σας μιλήσουμε μια άλλη φορά.
Προς το παρόν, θα βάλουμε ένα π- στην οίηση και θα κάνουμε λόγο για την οίηση με ποίηση, παραθέτοντας την περηφάνεια κάποιου από τους Πτολεμαίους που καυχιέται για την υπεροχή του ελληνιστικού βασιλείου της Αιγύπτου έναντι όλων των υπολοίπων. Και τι απέγινε κι αυτό; Υποτάχθηκε τελικά στους Ρωμαίους.
Κ. Π. Καβάφης, Η δόξα των Πτολεμαίων
Είμ' ο Λαγίδης, βασιλεύς. Ο κάτοχος τελείως
(με την ισχύ μου και τον πλούτο μου) της ηδονής.
Ή Μακεδών, ή βάρβαρος δεν βρίσκεται κανείς
ίσος μου, ή να με πλησιάζει καν. Είναι γελοίος
ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή.
Αν όμως σεις άλλα ζητείτε, ιδού κι αυτά σαφή.
Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή,
εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή.
ΥΓ. ...ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή: Μην ξεχνάτε την τρυφή. Έχουμε εντρυφήσει σε αυτήν.