Πνέω τα λοίσθια

Πνέω τα λοίσθια

Ίσως αποκαμωμένοι από την ζέστη των ημερών να αναφωνήσαμε μερικοί: Πνέω τα λοίσθια, πεθαίνω, βρίσκομαι στα τελευταία μου, ψυχορραγώ, δηλαδή. Λίγο υπερβολική η διαπίστωση, αν σκεφθεί κανείς ότι το καλοκαιράκι έχει κι άλλες χαρές που είναι μπροστά μας και μας επιβάλλουν να ζήσουμε, να χαρούμε και να τις απολαύσουμε.

Το πνέω το καταλαβαίνουμε, έχει εδώ την έννοια του αναπνέω, βιώνω. Αυτό το λοίσθια, όμως, μας παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό επίθετο λο?σθος, που είναι ο τελευταίος.

Ο Έλληνας γραμματικός Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς ή Αλεξανδρινός, που έζησε τον 5ο αιώνα μ. Χ. και συνέγραψε το γνωστό λεξικό του, παραθέτει την λέξη και κάνει μια απόπειρα να την ετυμολογήσει. Λέει, λοιπόν, ότι το πρώτο συνθετικό της προέρχεται από την ρίζα *λοιhiστος, που συγγενεύει μάλιστα με το αγγλικό παραθετικό less και δηλώνει το λιγότερο ως επίρρημα και τον λιγότερο ως επίθετο. Οι μαρτυρίες του Ησυχίου αξίζει να μελετώνται από αυτούς που ασχολούνται με την γλώσσα, γιατί διασώζει πολλούς σπάνιους και περίεργους λεκτικούς τύπους των ελληνικών.

(Φωτ. Από το λεξικό του Ησυχίου, η αρχή του γράμματος Π. Από την βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, όπου διασώζεται το μοναδικό αρκετά φθαρμένο χειρόγραφο του 15ου αιώνα. Πηγή: Wikimedia Commons.


Το δεύτερο συνθετικό ίσως είναι η ρίζα *-θFος, από το θέω, το τρέχω. Άρα λο?σθος ήταν εκείνος που έμενε τελευταίος στον αγώνα, γιατί δεν έτρεχε δυνατά και γρήγορα.

Αξίζει να αναφέρουμε εδώ ότι στα αρχαία ελληνικά έχουμε τον λοισθότατον, τον τελευταίο όλων, τον έσχατο, και το λοίσθημα, το τέλος. Ο Σοφοκλής ονομάζει τον θάνατο λοίσθιον ?ατρόν κακ?ν, ύστατο θεραπευτή των συμφορών που βασανίζουν τον άνθρωπο. (Αποσπάσματα, 626).

Πνέω τα λοίσθια, είμαι ένα βήμα πριν το τέλος. Όχι δα! Δεν δεχόμαστε ότι ψυχορραγούμε. Τα ωραία μας περιμένουν!