Σελαγίζω

Σελαγίζω

Παράξενη, αλλά και ωραία λέξη η σημερινή, γεμάτη φως. Σελαγίζω σημαίνει ακτινοβολώ και είναι τύπος που προέρχεται από του ουσιαστικό τ? σέλας, το? σέλαος.

Το σέλας, που χρησιμοποιείται και στα νέα ελληνικά, δηλώνει την έντονη λάμψη, τη φεγγοβολή. Περιγράφει, ακόμη, το βόρειο και νότιο πολικό σέλας, ένα ορατό φωτεινό φαινόμενο στις πολικές περιοχές της γης. Οφείλεται, όπως λένε οι ειδικοί, στην είσοδο φορτισμένων σωματιδίων από τον ήλιο. Το σέλας είναι πολύ παλιά ομηρική λέξη αβέβαιης ετυμολογίας.

Οι αρχαίοι μας είχαν σέλας πυρός, σέλας ?λίου, αλλά και ?ρωτος σέλας, σέλας ?μμάτων.

Το σελάγισμα το θυμηθήκαμε τις φωτεινές νύχτες του καλοκαιριού και ιδιαίτερα αυτά τα βράδια, όταν η ομόρριζη σελήνη σελαγίζει το υπέροχο ασημένιο φως της. Το φεγγάρι ονομάζεται σελασφόρο, που αστραποβολά το ασημί του φως ως φεγγοβόλο και λαμπρό.

Συνώνυμα του σελαγίζω είναι τα καταφωτίζω, λάμπω, ελλάμπω, φεγγοβολώ, ακτινοβολώ, αστραποβολώ.

Στην ίδια οικογένεια ανήκει και το σελάχι ή σαλάχι, εκείνο το ψάρι με το δηλητηριώδες αγκάθι που κινείται στον αμμουδερό ή λασπώδη βυθό. Το σώμα του είναι πεπιεσμένο στη ράχη και στην κοιλιά. Κάποια από αυτά φωσφορίζουν και γι'' αυτό ονομάζονται έτσι. Θα μπορούσαμε να τα λέμε αλλιώς «φωτεινά».

Ο σελαγισμός είναι περισσότερο ποιητική λέξη στα νέα ελληνικά (σελαγισμός του Ευήνου, όπως γράφει ο Μεσολογγίτης ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης). Καμιά φορά, στα ιστία των πλοίων των ναυτικών εμφανίζεται ένα φως, που οι ναυτικοί αποκαλούν σελαγισμό ή φως των Διοσκούρων, Κάστορος και Πολυδεύκη και τον θεωρούν καλό οιωνό.

Και μια που μιλήσαμε για ποίηση, θα κλείσουμε με σελαγίζοντες στίχους του εισηγητή του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα Ανδρέα Εμπειρίκου (1901 - 1975):

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις

Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους

Κ'' είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μες στην καρδιά μου.