Για σκύβαλα σήμερα ο λόγος, δηλαδή για σκουπίδια. Η λέξη σκύβαλον, που είναι αβέβαιης ετυμολογίας, δήλωνε αρχικά αυτό που απομένει από το ξεκαθάρισμα των δημητριακών, τα άχρηστα που άφηναν στην άκρη όσοι ξεχώριζαν τον καρπό από τα υπολείμματά του.
Στα παλιά μας ελληνικά, αυτά της ελληνιστικής περιόδου, σκύβαλα ονομάζονταν τα περιττώματα των ζώων, οι ακαθαρσίες τους. Η χρήση του λεκτικού τύπου στον πληθυντικό ήταν συνηθέστερη, γιατί, όποιος λερώνει, δεν αρκείται σε λίγη μόνο βρωμιά, αλλά ρυπαίνει αρκούντως.
Ό, τι απέμενε ως περιττό ήταν κι αυτό σκύβαλον. Τα αποφάγια οι αρχαίοι μας τα έλεγαν ?ποδειπνίδια σκύβαλα και τα θεωρούσαν τροφή για τα ζώα. Καμιά φορά τα πετούσαν στους δούλους ή τους επαίτες που ζητιάνευαν για ένα κομμάτι ψωμί.
Τα χρήματα που προέρχονταν από δωροδοκία χαρακτηρίζονταν σκυβαλικτά ?ργύρια, κέρδη ντροπής θα λέγαμε εμείς.
Γρήγορα η λέξη χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τον κακό και τιποτένιο άνθρωπο, το απόβρασμα της κοινωνίας. Σκύβαλον ?νθρώπου ήταν μοχθηρός, αλλά κι ο άξιος περιφρόνησης. Με αυτήν την έννοια συναντάμε και εμείς την λέξη. Ο κούφιος χωρίς περιεχόμενο είναι σκύβαλο, που η εμπειρία μάς δείχνει ότι κάνει πολύ θόρυβο, για να τον προσέξουν, ώστε να μην αφήσει αμφιβολία σχετικά με την ψυχική του ρυπαρότητα.
Τα σκύβαλα τα σκυβαλίζουμε, τα απορρίπτουμε με περιφρόνηση. Για τα σκύβαλα στην Κύπρο υπάρχουν τα δεξιοτίμονα σκυβαλοφόρα οχήματα. Η Κύπρος διατηρεί αρκετές λέξεις μιας παλαιότερης μορφής της γλώσσας μας, καθώς και κάποιες που προέρχονταν από τις γλωσσικές διαλέκτους. Έτσι, όταν κάποτε παρήγγειλε ο δήμος Λευκωσίας αριστεροτίμονα σκυβαλοφόρα οχήματα, έγινε μεγάλος καυγάς στην Βουλή για την καταλληλότητά τους.
Εμείς, από την πλευρά μας, έχουμε τα αριστεροτίμονα απορριματοφόρα, που μαζεύουν άοκνα ό, τι αφήνει πίσω του κάθε νοικοκυριό. Για τα σκύβαλα, όμως, που πετά ο κάθε ασυνείδητος στο δρόμο, δεν υπάρχει δυστυχώς σκυβαλοσυλλέκτης ούτε ως λεκτικός τύπος.
Σκυβαλολογήσαμε αρκετά και ήδη δυσάρεστη οσμή οσφραίνονται τα ρουθούνια μας!