Τον αντίκτυπο της επιβολής καθολικών δασμών από τον Ντόναλντ Τραμπ στην παγκόσμια οικονομία και στην Ελλάδα, εξήγησε ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής Οικονομικών, Νίκος Βέττας.
«Η Ευρώπη δεν μπορεί να μην απαντήσει, έστω και διαπραγματευτικά. Ναι, περιμένω ότι θα απαντήσει» απάντησε ο κ. Βέττας μιλώντας στην ΕΡΤ. «Θα μπορούσε να το κάνει με έναν τρόπο που είναι λίγο περισσότερο αποτελεσματικός. Οι δασμοί είναι ένα χονδροειδές εργαλείο, γιατί δεν υπολογίζει σωστά την προστιθέμενη αξία από κάθε χώρα που έχει ένα αγαθό. Θα μπορούσε λοιπόν να είναι ένα πιο εκλεπτυσμένο πλέγμα δασμών, το οποίο να πλήττει περισσότερο αυτόν τον οποίον θέλουν να πλήξουμε.
Η αλήθεια είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με την Ευρώπη εξάγουν πολύ περισσότερο υπηρεσίες, ειδικότερα υψηλής τεχνολογίας παρά αγαθά, παρά προϊόντα. Με αυτή την έννοια, δεν είναι και τόσο εύκολο να μπορέσεις να τους πλήξεις, ειδικότερα αν υπάρξει μία εκτροπή αυτού του εμπορίου, δηλαδή παραγωγή από εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων κάπου αλλού στον πλανήτη.
Αυτό θα είναι ένα ενδιαφέρον τρίγωνο, το πώς θα μπορέσει κανείς να το χειριστεί. Δεν είναι τόσο απλό να πεις τι είναι ένα αμερικάνικο προϊόν, τι είναι ένα ευρωπαϊκό προϊόν, τι είναι ένα κινέζικο» συνέχισε ο κ. Βέττας απαντώντας στο πού θα «πονέσουν» οι δασμοί των ΗΠΑ.
Αναφορικά με το αν η επιβολή δασμών σημαίνει ότι θα ακριβύνουν τα πάντα ή θα ακριβύνουν μόνο τα προϊόντα τα οποία για παράδειγμα κατασκευάζονται πλήρως σε κάποια άλλη ήπειρο, ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ απάντησε: «Αυτός είναι ο μεγάλος φόβος.
Μετά το 2008 υπήρξε μια μεγάλη ρευστότητα, η οποία προστέθηκε στην παγκόσμια οικονομία από τις κεντρικές τράπεζες ακριβώς για να εξισορροπήσει τη βαθιά κρίση που ξεκίνησε από τη Lehman Brothers, έγινε κρίση χρέους στην περιφέρεια της Ευρώπης και καλύφθηκε από μεγάλη ρευστότητα. Αυτή η ρευστότητα σε συνδυασμό με τον Covid μας έβγαλε πάρα πολύ υψηλό πληθωρισμό. Οι οικονομίες πήγαιναν να ισορροπήσουν σε ένα βαθμό.
Εάν αυξηθεί ο φόβος ότι τα πράγματα μπορεί να πάνε άσχημα τους επόμενους μήνες, τότε οι αγορές μπορεί, αυτό το οποίο είδαμε σήμερα να το συνεχίσουν, δηλαδή να πέφτουν τα χρηματιστήρια παντού, να μειώνεται η χρηματιστηριακή αξία πολλών μεγάλων εταιρειών στον κόσμο, να φεύγει το χρήμα από εκεί που ενδεχομένως θα μπορούσε να είναι περισσότερο παραγωγικό και να πηγαίνει εκεί που είναι νιώθει περισσότερη ασφάλεια.
(…) Άρα υπάρχουν δύο ζητήματα. Το ένα είναι το καθαρά εμπορικό. Το δεύτερο – επειδή η Ευρώπη δεν είναι ένας μικρός παίκτης στην παγκόσμια οικονομία, έχει μία συνυπευθυνότητα – είναι ότι θα πρέπει να μειωθεί η πιθανότητα ότι θα δημιουργηθεί μία παγκόσμια αναταραχή στις αγορές. Δεν είναι καλή ιδέα να παίζει κανείς με σπίρτα σε μία κατάσταση όπου έχει μαζευτεί πολλή καύσιμη ύλη κατά τα προηγούμενα χρόνια».
Σχετικά με το αν και κατά πόσο θα επηρεαστεί η Ελλάδα από την επιβολή δασμών του Ντόναλντ Τραμπ παραδείγματος χάρη στον τομέα του τουρισμού, ο κ. Βέττας εξήγησε: «Πρώτα απ όλα, σε σχέση με το άμεσο εμπόριο των αγαθών που έχουμε με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είναι τεράστιες οι εμπορικές ροές, είναι λίγο πάνω από 2 δισεκατομμύρια. Εξάγουμε γύρω στα 200 εκατομμύρια περισσότερο απ ό, τι εισάγουμε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν νομίζω ότι αυτό θα είναι ένα σημαντικό κανάλι. Περισσότερο σημαντικό είναι εάν δημιουργηθεί ύφεση ή κάποια εκτροπή εμπορίου, όπως λέμε, η οποία πλήξει κυρίως την Ευρώπη, από την οποία μας έρχονται και οι περισσότεροι τουρίστες. Αυτό θα πρέπει να το δούμε και σε συνάρτηση με το τι θα γίνει με τα νομίσματα, το τι θα γίνει το δολάριο σε σχέση με το ευρώ.
Πάντως το να υπάρξει μία άμεση μείωση του εισοδήματος των Γερμανών, των Ιταλών, των Βρετανών, των Γάλλων που έρχονται σε εμάς το καλοκαίρι, αυτό μάλλον θα το δούμε να εκδηλώνεται σε βάθος μηνών».
«Το παγκόσμιο εμπόριο έχει πλέον εξελιχθεί τόσο πολύ που κάθε προϊόν έχει υπηρεσίες μέσα του, έχει ενδιάμεσα προϊόντα από παντού αλλού. Αυτή τη στιγμή θα μπορούσε κανείς να διαβάσει αυτό το οποίο κάνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Θέλουν οι ίδιες βραχυπρόθεσμα να πάρουν κάποια χρήματα και μεσοπρόθεσμα να μεταφερθεί η παραγωγή προς εκεί.
Αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτό το οποίο είναι στον ορίζοντα ορατό, είναι οι σχέσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Κίνα, που είναι οι δύο υπερδυνάμεις πλέον», είπε καταλήγοντας ο κ. Βέττας.