Π. Μαρινάκης για Τέμπη: Το ψεύτικο αφήγημα της αντιπολίτευσης για συγκάλυψη θα καταρρεύσει

Π. Μαρινάκης για Τέμπη: Το ψεύτικο αφήγημα της αντιπολίτευσης για συγκάλυψη θα καταρρεύσει

Tη σημασία της πρωτοβουλίας του πρώην Υφυπουργού, Χρήστου Τριαντόπουλου, να θέσει εαυτόν απ ευθείας στο Δικαστικό Συμβούλιο στο πλαίσιο της Προανακριτικής για την υπόθεση της τραγωδίας των Τεμπών ως μία κίνηση που διευκολύνει την απονομή της Δικαιοσύνης υπογράμμισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, σε συνέντευξη που παρεχώρησε στον athensvoice, ενώ επετέθη κατά των κομμάτων της αντιπολίτευσης κατηγορώντας τα πως «ό,τι έχει ακουστεί για την πρόταση Τριαντόπουλου από την αντιπολίτευση είναι απολύτως ψευδές». 

Επικαλούμενος, μάλιστα το πόρισμα των αρμοδίων υπηρεσιών της ΕΛ.ΑΣ. υπέρ της γνησιότητας των επίμαχων οπτικοακουστικών υλικών με την εμπορική αμαξοστοιχία και τη στάση, που τήρησαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ο κ. Μαρινάκης τα κατηγόρησε ότι «την Αντιπολίτευση δεν τη νοιάζει η δικαιοσύνη. Τη νοιάζει μόνο να ποινικοποιήσει την πολιτική ζωή του τόπου.

Και αν μπορούσε να έχει ενόχους, μόνο υπουργούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ή και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, θα της ήταν αρκετό. Ακόμα και αν μπορεί να έφταιγαν 30 διαφορετικοί άλλοι, δεν θα την ενδιέφερε την αντιπολίτευση» κάνοντας λόγο για «ανάποδη συγκάλυψη», καθώς, όπως είπε, «το ψεύτικο αφήγημα της αντιπολίτευσης για συγκάλυψη θα καταρρεύσει». 

Αναφερόμενος στα ευρήματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε πως «τα κόμματα της αντιπολίτευσης τα ενώνει ένα αόρατο νήμα, που είναι η απουσία προγράμματος», ενώ ερωτηθείς κατά πόσον υπάρχει «αντάρτικο» στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος με αφορμή τις αντιδράσεις σχετικά με την επέκταση των αυξήσεων στις αμοιβές των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και στους υπόλοιπους ενστόλους ο κ. Μαρινάκης έκανε λόγο για αστικούς μύθους.

Ακολουθούν τμήματα της συνέντευξης του Παύλου Μαρινάκη

Θεωρείτε ότι η κυβέρνηση έχει απαντήσει στο αίτημα των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που βγήκαν στους δρόμους της 28η Φεβρουαρίου, με αίτημα την απόδοση Δικαιοσύνης; Η κίνηση του κ. Τριαντόπουλου δεν ερμηνεύτηκε από όλους ως πράξη γενναιότητας. Ειδικά από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Τις μεγαλύτερες και τις πιο ουσιαστικές απαντήσεις για την τραγωδία των Τεμπών θα τις δώσει η Δικαιοσύνη. Προσπαθούν, δυστυχώς πολλοί στη χώρα, φυσικά δεν αναφέρομαι σε συγγενείς θυμάτων, ειδικά το τελευταίο χρονικό διάστημα, να υποκαταστήσουν τη Δικαιοσύνη, αλλά η Δικαιοσύνη απονέμεται μόνο από τους δικαστές και από κανέναν άλλον. Η κυβέρνηση έχει να κάνει δύο βασικά πράγματα:

Το ένα είναι το «Ποτέ Ξανά» ως σύνθημα να έχει νόημα και, για να έχει νόημα, πρέπει να ολοκληρώσουμε το συντομότερο δυνατόν, όλα όσα πρέπει να γίνουν για να έχουμε όλο και πιο ασφαλή σιδηρόδρομο στη χώρα. Ναι, σήμερα η κατάσταση είναι καλύτερη από αυτήν του 2023 και σίγουρα πολύ καλύτερη από αυτήν που παραλάβαμε το 2019, αλλά οφείλουμε το 2027 να έχουμε κάνει ακόμα παραπάνω βήματα.

Το δεύτερο που έχει να κάνει η κυβέρνηση -και συνολικά το πολιτικό σύστημα- είναι να διευκολύνει τη Δικαιοσύνη σε κάθε αίτημά της. Να μην στέκεται εμπόδιο κάθε φορά που η Δικαιοσύνη «πέφτει πάνω» στο όνομα ενός πολιτικού. Για να το πούμε πολύ απλά, να γίνονται κινήσεις, όπως η πρόταση που έκανε ο Χρήστος Τριαντόπουλος, ο οποίος, ενώ δήλωσε αθώος και ότι δεν συμφωνούσε με την ουσία του κατηγορητηρίου, ήρθε και αποδέχθηκε τη χειρότερη δυνατή έκβαση που θα μπορούσε να είχε γι' αυτόν η Προανακριτική, εφόσον αυτό το αποφασίσει η επιτροπή και η Βουλή.

Θεωρώ ότι η κίνηση αυτή του κ. Τριαντόπουλου αποτελεί «οδηγό» για αντίστοιχες, επόμενες περιπτώσεις πολιτικών στα ονόματα των οποίων «πέφτει» η Δικαιοσύνη -ή έστω, όπως συνέβη με τον Τριαντόπουλο, επεκτείνουν τα κόμματα ένα κατηγορητήριο. Δηλαδή, να κρίνονται χωρίς να παραβιάζουν κανέναν τύπο -γιατί εδώ δεν παραβιάζεται κανένας τύπος- από τους φυσικούς δικαστές και όχι από τα κόμματα.

Ό,τι έχει ακουστεί για την πρόταση Τριαντόπουλου από την αντιπολίτευση είναι απολύτως ψευδές. Η αντιπολίτευση λέει ότι ο Χρήστος Τριαντόπουλος απέφυγε τη βάσανο των ανακριτικών διαδικασιών. Οτιδήποτε μπορεί, όμως, να κάνει η προανακριτική, μπορεί να το κάνει και το Δικαστικό Συμβούλιο. Λένε ότι έτσι θα αποφύγει η κυβέρνηση να καταθέσουν διάφοροι μάρτυρες, μέχρι και ο Πρωθυπουργός. Το ποιος θα καταθέσει στην Προανακριτική είναι αποτέλεσμα απόφασης της Προανακριτικής, στην οποία έχουμε πλειοψηφία εμείς ως κυβέρνηση.

Αντιθέτως, το ποιος θα καταθέσει στη Δικαιοσύνη, στο Δικαστικό Συμβούλιο, είναι απόφαση των δικαστών και είναι υποχρεωτικό να πας αν σε καλέσουν, ενώ στη προανακριτική γίνεται ψηφοφορία για το ποιοι θα είναι οι μάρτυρες. 'Αρα ούτε αυτό ισχύει. «Με αυτόν τον τρόπο» λένε, «δεν θα επεκταθεί το κατηγορητήριο». Μα, δεν γίνεται να επεκταθεί το κατηγορητήριο από την Προανακριτική. Πρέπει, είτε από την Προανακριτική, είτε από το Δικαστικό Συμβούλιο να σταλεί αίτημα στη Βουλή και να ψηφίσει η Ολομέλεια.

Με λίγα λόγια, θεωρώ ότι ο κ. Τριαντόπουλος έκανε αυτό, το οποίο πρέπει να γίνεται όταν υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη καχυποψία. Και βέβαια με κινήσεις, όπως η αναθεώρηση του άρθρου 86, που πρότεινε ο Πρωθυπουργός, θα νιώσει επιτέλους ο κόσμος ότι δεν υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών: οι πολιτικοί και οι υπόλοιποι. Ότι, έχουμε όλοι την ίδια παραγραφή, που πλέον την έχουμε, με τη συνταγματική αλλαγή που κάναμε και βέβαια όταν η Δικαιοσύνη «πέφτει» πάνω στο όνομα πολιτικού, να έχουμε μια αντίστοιχη αντιμετώπιση με εκείνη των υπόλοιπων πολιτών.

Μπορείτε να κάνετε μία εκτίμηση γιατί υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για την κίνηση του κ. Τριαντόπουλου να ζητήσει να κριθεί από φυσικό δικαστή;

Είναι πάρα πολύ απλό: γιατί πάνω σε μία πρωτοφανή τραγωδία, πάνω σε ένα τραγικό δυστύχημα άνευ προηγουμένου, η αντιπολίτευση, εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, επιχειρεί μία πρωτοφανή προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης, εκμεταλλευόμενη το δικαιολογημένο αίσθημα της κοινωνίας για Δικαιοσύνη και την οργή πολλών πολιτών.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Πριν από λίγες ημέρες βγήκε το επίσημο πόρισμα για τα περιβόητα βίντεο, τα οποία αποτελούν πάρα πολύ σημαντικά στοιχεία. Είναι και με τη «βούλα» γνήσια. Εμείς δεν βγήκαμε με ανακοίνωση να κάνουμε τους ανακριτές και να αξιολογήσουμε τα βίντεο. Είπαμε και, όταν ρωτήθηκα σε ενημέρωση πολιτικών συντακτών, ότι αν και είναι σημαντικά στοιχεία, θα τα συνεκτιμήσει η Δικαιοσύνη.

Την προηγούμενη εβδομάδα βγήκε στο φως της δημοσιότητας μια πραγματογνωμοσύνη- που υπάρχει εδώ και έναν χρόνο από ό,τι φαίνεται και στη δικογραφία -μετά από αίτημα συγγενών, η οποία δεν «δικαιώνει» τις θέσεις της Αντιπολίτευσης. Για αυτά τα δύο πολύ σημαντικά δεδομένα υπήρξε απόλυτη αφωνία από την αντιπολίτευση. Την Αντιπολίτευση δεν τη νοιάζει η δικαιοσύνη. Τη νοιάζει μόνο να ποινικοποιήσει την πολιτική ζωή του τόπου. Και αν μπορούσε να έχει ενόχους, μόνο υπουργούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ή και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, θα της ήταν αρκετό. Ακόμα και αν μπορεί να έφταιγαν 30 διαφορετικοί άλλοι, δεν θα την ενδιέφερε την αντιπολίτευση.

Θεωρώ ότι μετά από αυτή την εθνική τραγωδία, πρέπει να βλέπουμε μια αφετηρία, για να αλλάξουν πολλά πράγματα. Να τιμωρηθούν οι ένοχοι, να κάνουμε και εμείς τις δικές μας παραδοχές, να σκύψουμε το κεφάλι. Η αντιπολίτευση στα Τέμπη βλέπει μια τεράστια ευκαιρία, να παίξει ένα πάρα πολύ άσχημο, πολιτικό παιχνίδι.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι -όπως είναι δεδομένο και το έχουμε παραδεχτεί πολλές φορές- εκείνη τη μοιραία νύχτα, τραγικά ανθρώπινα λάθη «συνάντησαν» φοβερές αδυναμίες του κράτους, για τις οποίες όλοι έχουν ευθύνη, μηδενός εξαιρουμένου και εμείς την έχουμε παραδεχτεί, αλλά το αφήγημα της συγκάλυψης είναι ένα ψεύτικο αφήγημα της αντιπολίτευσης, το οποίο φρονώ ότι θα καταρρεύσει τις επόμενες εβδομάδες και τους επόμενους μήνες και θα αποδειχθεί, ότι τελικά η συγκάλυψη ήταν από την ανάποδη πλευρά και ήταν η συγκάλυψη της αλήθειας από την αντιπολίτευση.

Η τραγωδία στα Τέμπη αποτελεί ένα συλλογικό τραύμα. Θεωρείτε ότι είναι σαφείς οι απαντήσεις της κυβέρνησης για το πώς θα μπορέσει να επουλωθεί;

Θεωρώ ότι οι απαντήσεις για να είναι σαφείς πρέπει να αποδεικνύονται αληθείς στην πράξη. Έχει δώσει καλά δείγματα γραφής η κυβέρνηση, καθώς έχουν προχωρήσει σημαντικά έργα στον σιδηρόδρομο. Αλλά για να είναι πειστικές οι απαντήσεις, πρέπει να γίνουν πράξεις, να ολοκληρωθούν και να τις δει ο κόσμος στην καθημερινότητά του. 'Αρα χρειάζεται σίγουρα να κάνουμε πολλά περισσότερα.

Η κυβέρνηση έχει δώσει, όμως, αρκετά καλές -ως πολύ καλές- απαντήσεις σε άλλες πτυχές του κράτους που μας δίνουν ένα τεκμήριο αξιοπιστίας. Δηλαδή, μια απάντηση στο «ποτέ ξανά» στην τραγωδία στο Μάτι δίνεται μέσα από το 112, τα drones, τους καθαρισμούς οικοπέδων. Υπάρχει μια κουλτούρα πρόληψης που δεν υπήρχε για πολλά χρόνια στη χώρα.

Στο όνομα της Κυριακής Γρίβα που δολοφονήθηκε έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων, η αστυνομία κινήθηκε πολύ σοβαρότερα και πολύ πιο γρήγορα και μέσα στο 2024 έχουμε 12.000 συλλήψεις για ενδοοικογενειακή βία και πάνω από 20.000 αστυνομικούς να ασχολούνται εξειδικευμένα με αυτά τα αδικήματα. Για την αντιμετώπιση της ανομίας δημιουργήσαμε μια ειδική μονάδα στην αστυνομία, την Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος που έχει εξαρθρώσει 48 εγκληματικές οργανώσεις.

Εκεί που τα πανεπιστήμια ήταν στα χέρια μπαχαλάκηδων και παραβατικών, αυτή τη στιγμή δεν έχουμε καμία ενεργή κατάληψη. Η κυβέρνηση έχει δείξει έναν δρόμο και πρέπει εμείς οι ίδιοι να διδαχτούμε από αυτόν τον δρόμο και να κάνουμε τα πάντα, ώστε να πειστεί η κοινωνία ότι μπορεί να έχουμε και στον σιδηρόδρομο ένα άλλο κράτος. Μέχρι τότε, είναι λογική η καχυποψία. Και η μόνη απάντηση στην καχυποψία είναι η σκληρή δουλειά.

Ο τρόπος διαχείρισης της τραγωδίας των Τεμπών μέχρι σήμερα, έχει στοιχίσει δημοσκοπικά στην κυβέρνηση;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι κάτι το οποίο προφανώς έχει κοστίσει. Καταρχάς, είναι δεδομένο ότι, όταν επί των ημερών σου συμβαίνει ένα τόσο τραγικό δυστύχημα, έχεις και εσύ ένα σημαντικό μερίδιο ευθύνης ως προς τις ανεπάρκειες του κρατικού μηχανισμού που -όπως είπα- «συναντήθηκαν» με μοιραία ανθρώπινα λάθη. Υπήρχαν πρωτόκολλα ασφαλείας τη μοιραία νύχτα των Τεμπών, τα οποία δεν τηρήθηκαν από αυτούς που έπρεπε να τα τηρήσουν. Αλλά, σίγουρα, η δουλειά της κυβέρνησης είναι να αυξάνει τα επίπεδα ασφαλείας.

Επίσης, σίγουρα υπήρξαν φορές που κάποιοι, παρασύρθηκαν από την τοξικότητα της αντιπολίτευσης και ενώ έπρεπε να κρατήσουν χαμηλούς τόνους, λόγω των αλλεπάλληλων επιθέσεων που δεχόμασταν, κάποιες φορές δεν τα κατάφεραν. Ήταν, βέβαια, κατόπιν προκλήσεων από την αντιπολίτευση, αλλά πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι δεν απαντάμε στην αντιπολίτευση ή δεν απαντάμε σε δήθεν κωμικές ή σατυρικές εκπομπές που παίζουν ένα χυδαίο ρόλο «κοπτοραπτικής» και εργαλειοποίησης. Εμείς απαντάμε στην κοινωνία και στους συγγενείς, με όλο και περισσότερα επιχειρήματα, με πειστικότητα και με σεβασμό, κυρίως στον πόνο των ανθρώπων αυτών και στην ανάγκη της κοινωνίας για Δικαιοσύνη.

Μιλήσαμε νωρίτερα για τις δημοσκοπήσεις. Παρακολουθείτε τις εξελίξεις στην κεντροαριστερά; Τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, την άνοδο της Πλεύσης Ελευθερίας…

Παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον τις δημοσκοπήσεις και θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο εργαλείο η κάθε μέτρηση. Δεν σας κρύβω ότι ο βασικός μου προβληματισμός για τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι ότι τους ενώνει ένα αόρατο νήμα, που όσο περνάνε τα χρόνια και οι μήνες, γίνεται όλο και πιο ορατό: η έλλειψη προγράμματος. Και το πρόγραμμα δεν είναι κάτι άψυχο. Δεν είναι ένα άθροισμα σημειώσεων, χαρτιών, παρουσιάσεων.

Το πρόγραμμα ενός κόμματος είναι οι προτάσεις του, οι ιδέες του, το όραμά του για τη χώρα, τι θέλει να αλλάξει, στην Παιδεία, στην Υγεία. Είναι φοβερό ότι έχουμε τόσα πολλά κόμματα, τα οποία πρώτα ζητάνε εκλογές και μετά λένε «κάποια στιγμή θα σας δείξω τι θέλω να κάνω μετά τις εκλογές». Όλα αυτά ίσως και να «περνούσαν» στον κόσμο μέχρι τα πολύ δύσκολα χρόνια της κρίσης, μέχρι να «πέσουν οι μάσκες».

Θεωρώ ότι οι μάσκες έπεσαν την προηγούμενη δεκαετία. Είδαμε τους λαϊκιστές να γίνονται κυβερνώντες. Ενώθηκε η ακροδεξιά με την αριστερά. Αυτοί που παρίσταναν τους ευαίσθητους, ανέλαβαν τις τύχες της χώρας και έφεραν τελείως αντίθετα αποτελέσματα. 'Αρα εγώ θα κρίνω την αντιπολίτευση όταν έχει κάτι να πει. Προς το παρόν, το μόνο που κάνει είναι να καταγγέλλει, να δικάζει ως άλλος δικαστής, να λέει «όχι σε όλα» και να μην έχει να πει οτιδήποτε για τις ζωές των ανθρώπων.

Εμείς, το ξαναλέω, δεν τα έχουμε κάνει όλα σωστά, αλλά έχουμε να μιλήσουμε για σημαντικά πράγματα τα οποία έχουν γίνει αυτά τα χρόνια στη χώρα. Μπορούμε με ακρίβεια να παρουσιάσουμε στους πολίτες τι άλλο θέλουμε να κάνουμε για να γίνουμε ακόμα πιο αποτελεσματικοί.

Η δημοσκοπική άνοδος της Ζωής Κωνσταντοπούλου και τα σενάρια για συμπόρευση με άλλα κόμματα (ίσως και με το κόμμα του κ. Κασσελάκη), σας ανησυχεί, σας θορυβεί;

Προσωπικά δεν με ανησυχεί. Ούτε νομίζω ότι ανησυχεί την κυβέρνηση και τη Νέα Δημοκρατία, υπό την έννοια ότι δικός μας στόχος είναι να ολοκληρώσουμε το πρόγραμμά μας τα επόμενα δύο χρόνια και να ζητήσουμε άλλη μια νέα, καθαρή εντολή από τους πολίτες.

Εμείς πιστεύουμε σε ισχυρές μονοκομματικές κυβερνήσεις και νομίζω ότι δικαιωνόμαστε γι' αυτή μας την πεποίθηση, όχι με βάση μόνο όσα έχουν συμβεί τα τελευταία 10 - 20 χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και με όσα βλέπουμε να συμβαίνουν στην υπόλοιπη Ευρώπη. Από εκεί και πέρα, εμείς δεν βάλαμε ποτέ την υπογραφή μας σε ένα κοινό κείμενο με την κυρία Κωνσταντοπούλου. Εμείς δεν καθίσαμε στην ίδια πλευρά της ιστορίας με την κ. Κωνσταντοπούλου.

Αναφέρομαι στο ΠΑΣΟΚ με την πρόταση δυσπιστίας και στον ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Η ίδια η κυρία Κωνσταντοπούλου είπε για παράδειγμα, ότι δεν είναι δογματική ως προς το νόμισμα, σε μια χώρα που πριν από λίγα χρόνια, αν δεν ήταν το ευρώ, δεν θα μπορούσαν να διατηρηθούν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της πανδημίας.

Αν δεν ήμασταν σε ένα ισχυρό νόμισμα, όπως είναι το ευρώ, πολλοί συμπολίτες μας δεν θα μπορούσαν να έχουν ούτε τα στοιχειώδη, όταν έπρεπε όλα τα κράτη να «κλείσουν» τις οικονομίες τους την περίοδο του lockdown. Αυτή τη στιγμή, αν δεν υπήρχε το Ταμείο Ανάκαμψης δεν θα είχαμε ένα πολύ σημαντικό πρόγραμμα πολιτικής προστασίας που μειώνει όσο γίνεται τις πιθανότητες να έχουμε πυρκαγιές οι οποίες ξεφεύγουν, όπως πέρσι στο Βαρνάβα και βελτιώνει την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή τους.

Αυτή τη στιγμή, αν δεν υπήρχε το Ταμείο Ανάκαμψης δεν θα είχαμε τα ψηφιακά φροντιστήρια, δεν θα είχαμε τις προληπτικές εξετάσεις, δεν θα είχαμε τους διαδραστικούς πίνακες σε σχολεία. 80 νοσοκομεία σε όλη την Ελλάδα, τα οποία βελτιώνονται και ανακαινίζονται, θα είχαν μείνει όπως ήταν εδώ και 30-40 χρόνια. Με μια σειρά από ευρωπαϊκούς πόρους αντιμετωπίζουμε το μεγαλύτερο ζήτημα που έχουν αυτή τη στιγμή οι συμπολίτες μας, το Στεγαστικό.

Με το πρόγραμμα «Σπίτι Μου 2», 20.000 νέοι άνθρωποι, σε συνέχεια των 10.000 από το «Σπίτι Μου 1», θα βρουν το δικό τους σπίτι, δίνοντας λιγότερα από ό,τι δίνουν για ένα ενοίκιο. 'Αρα, η πολιτική δεν γίνεται εν κενώ. Η κυρία Κωνσταντοπούλου, πέραν των συμπεριφορών της, έχει υποστηρίξει συγκεκριμένες θέσεις, όσες έχουμε προλάβει να ακούσουμε το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Φαίνεται ότι ανταλλάσσετε πυρά με το ΠΑΣΟΚ, έχετε σβήσει τον ΣΥΡΙΖΑ από τον πολιτικό χάρτη;

Δεν μου αρέσει να μιλάω απαξιωτικά, αλλά νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ συρρικνώνεται πολιτικά με βάση την αντίληψη των πολιτών. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ συμβολίζει το κόμμα το οποίο εξέφρασε -μεταξύ άλλων πολλών κομμάτων, αλλά με τον πιο κυρίαρχο ρόλο- τον εύκολο, αλλά καταστροφικό δρόμο του λαϊκισμού και των ανέξοδων υποσχέσεων. Νομίζω ότι είναι το πρώτο κόμμα που μπορούμε να θυμηθούμε ιστορικά, το οποίο έχασε τόσο πολύ, ενώ βρισκόταν στην Αντιπολίτευση. Αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, σε μονοψήφια ποσοστά. Οι πολίτες θα το αξιολογήσουν στις επόμενες εκλογές. Εμείς πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας.

Το ΠΑΣΟΚ με τον τρόπο που αυτό έγινε, ήρθε στην Αξιωματική Αντιπολίτευση, έχει ένα θεσμικό ρόλο, αλλά δεν έχουμε δει μέχρι αυτή τη στιγμή κάποιον προγραμματικό λόγο. Το έχουμε δει να συνασπίζεται με τους πιο ακραίους λαϊκιστές αυτής της χώρας. Κατά παραδοχή πολλών στελεχών του, το ΠΑΣΟΚ δεν αρνείται μια μελλοντική συγκυβέρνηση με τα κόμματα αυτά. Ακόμα και με κόμματα που ήθελαν να κλείσουν στη φυλακή δικά του στελέχη στήνοντας σκευωρίες. Ο καθένας θα κάνει τη δουλειά του, θα αξιολογηθεί από τους πολίτες και εμείς πρέπει να κάνουμε τη δική μας δουλειά, που είναι η εφαρμογή του προγράμματός μας.

Κύριε Μαρινάκη, είστε 20 μήνες στη θέση του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ, του κυβερνητικού εκπροσώπου. Έχετε κάνει τον δικό σας προσωπικό απολογισμό;

Τον προσεχή Ιούνιο κλείνω δυο χρόνια. Είναι 20 μήνες που μου έχουν φανεί σαν 20 μέρες, αλλά παράλληλα και σαν 20 χρόνια, αναλόγως από ποια σκοπιά θα το δει κανείς. Είναι μια πολύ απαιτητική θέση, μια πολύ απαιτητική δουλειά, αν και εγώ δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός. Εμένα η ζωή μου και η δουλειά μου είναι η δικηγορία και από εκεί ζει η οικογένειά μου. Σίγουρα, όμως η θέση αυτή είναι ένα «σχολείο». Η ευκαιρία που μου έδωσε ο Πρωθυπουργός είναι τεράστια, αλλά τεράστια είναι και η ευθύνη.

Δεν θα κρύψω τα λόγια μου. Υπάρχουν και πάρα πολύ δύσκολες στιγμές και πάρα πολύ δύσκολες ημέρες. Βρίσκεσαι πολλές φορές στο σημείο να πρέπει να απαντάς κυρίως σε ψέματα: από το ότι δήθεν ιδιωτικοποιούμε το νερό έως, ότι δήθεν φορολογούμε τα φιλοδωρήματα, ενώ κανένα απ' τα δύο δεν ίσχυε. Από το να απαντάς μέχρι και ότι μπορεί να συγκαλύπτεις ένα έγκλημα, ενώ θέλεις και εσύ δικαιοσύνη.

Από το να κατηγορούν μέχρι και ότι είσαι εσύ ή αυτοί που είναι μαζί σου, δολοφόνοι ή ότι καλύπτεις έναν λαθρέμπορο. Στις ενημερώσεις πολιτικών συντακτών που κρατούν 1-1,5 ώρα και είναι καθήκον μου να απαντάω στις ερωτήσεις όλων των δημοσιογράφων, ξανά και ξανά, έχοντας σεβασμό για τη δουλειά που κάνουν. Απομονώνουν κάποιοι από τις απαντήσεις 1,5 ώρας, μισό λεπτό, μόνο και μόνο για να υπάρξει δολοφονία χαρακτήρων. Αυτό είναι συνολικό, δεν είναι προσωπικό για μένα.

Ζούμε σε μια εποχή που κάποιοι θέλουν να επαναλάβουν αυτά που έγιναν στη χώρα πριν από 10-15 χρόνια, δηλαδή το κλίμα της πάνω και της κάτω πλατείας, της δολοφονίας χαρακτήρων, των μαζικών επιθέσεων από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όλο αυτό, αντί να μας φοβίσει, μας πεισμώνει. Δεν θα επιτρέψουμε η χώρα μας να ζήσει ξανά αυτό που ξεκίνησε το 2010-2012 και κορυφώθηκε το 2015. Και ο λόγος που πιστεύω δεν θα το ξαναζήσουμε, είναι γιατί η Ελλάδα το 2025, με τα πολλά ακόμα που πρέπει να αλλάξουν, έχει συνολικά πολύ καλύτερη εικόνα. Δεν είναι η Ελλάδα του 2015.