Ο Τραμπ είπε ότι θα πάρουν τη Γροιλανδία με τον έναν ή τον … άλλον τρόπο. Αν βάλουμε όπου Τραμπ τον Ερντογάν και όπου Γροιλανδία το Καστελόριζο, έχουμε έναν πλήρη οδικό χάρτη για τη συνέχεια. Βρισκόμαστε σε πόλεμο, στον οποίο οι χαμένοι ανήκουν στο γένος των ευδαιμόνων που νομίζουν ότι μπορούν να τρώνε αμέριμνοι βούτυρο με μέλι στο ψωμί τους χωρίς να τους προστατεύουν κανόνια. Αγοράζεις τα κανόνια που δεν παράγεις, αλλά είναι εντελώς ηλίθιο να αγοράζεις και εκείνα που μπορείς να τα φτιάξεις. Υπάρχουν πάντως, αρμόδιοι που δεν ξέρουν ούτε κατά πού πέφτουν τα ελληνικά … ναυπηγεία!
Κάποτε η ελληνική αμυντική βιομηχανία είχε ισχυρή παρουσία στη χώρα και στις διεθνείς αγορές. Μέχρι που εξέπεσε στα χέρια των εργατοπατέρων. Εκεί διαλύθηκε το σύμπαν. Σήμερα εκείνοι που διαμαρτύρονται για τις κρατικές εταιρείες που αποτελούν την ελληνική αμυντική βιομηχανία ξεχνούν τι ήταν εκείνο που συντέλεσε στη διάλυσή τους. Και δεν είναι ότι έχουν αδύναμη μνήμη. Είναι που δεν θέλουν να δυσαρεστήσουν τα κομματικά τους στελέχη που συνδιοίκησαν για πολλά χρόνια αυτές τις εταιρείες, στο όνομα του λαού και του σοσιαλισμού. Και για να μην αναλάβουν το πολιτικό κόστος κατηγόρησαν το κράτος που δεν έστειλε μερικά ακόμη δισεκατομμύρια ευρώ σε αυτές τις εταιρείες για να γίνουν επιδόματα.
Η ουσία είναι ότι θα μπορούσαμε να έχουμε μια καλή αμυντική βιομηχανία και δεν έχουμε. Θα μπορούσαμε να ξοδεύουμε στην πραγματικότητα λιγότερα χρήματα για τις αμυντικές μας δαπάνες, αν πουλάγαμε αμυντικό υλικό στις διεθνείς αγορές. Το παράδειγμα της Τουρκίας είναι πολύ χαρακτηριστικό.
Η κυβέρνηση προσπάθησε να αντιμετωπίσει την κατάσταση και με το φόβο που δημιουργεί η αντίστοιχη πρόοδος της γειτονικής μας Τουρκία. Προσπάθησε, αλλά δεν είμαστε σίγουροι ότι το έκανε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ίσως, επειδή δεν μπήκαν στον κόπο να δουν πώς ακριβώς το έκανε η … Τουρκία!
Ας πάρουμε για παράδειγμα το θέμα των ναυπηγείων. Είναι χαρακτηριστικό επειδή τα ναυπηγεία υπάρχουν. Δεν χρειάζεται κάποιος να τα φτιάξει από την αρχή ή να πρέπει να αναζητήσει διεθνείς συνεργασίες για να πάρει την τεχνογνωσία. Είναι εδώ! Αλλά αν κάνουμε με όλα τα άλλα που χρειάζονται διεθνείς συνεργασίες και πολύπλοκους χειρισμούς όπως ακριβώς ή και περίπου τα κάνουμε με τα ναυπηγεία, ας αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι άλλο. Ας πέσουμε με τα μούτρα στο βούτυρο και να φάμε όσο περισσότερο μπορούμε και για όσο ακόμη χρόνο έχουμε…
Πριν μερικά χρόνια όταν επισκεπτότανε κανείς τα μεγάλα ναυπηγεία της Ελευσίνας και του Σκαραμαγκά έκλαιγε. Ήταν κάτι σαν μουσεία βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Λέμε μουσεία για να μην πούμε νεκροταφεία. Κατά καιρούς δουλεύανε, αλλά με όρους που δεν είναι του παρόντος να τους εξηγήσουμε. Και φτάνουμε στο σήμερα. Τα ναυπηγεία ξυπνάνε και θυμίζουν την εποχή του 60. Ο εφοπλιστής Γιώργος Προκοπίου και ο Πάνος Ξενοκώστας της ONEX είναι οι άνθρωποι πίσω από αυτήν τη μεταμόρφωση. Τα ναυπηγεία εξυγιάνθηκαν με ιδιωτικά κεφάλαια, χωρίς τη βοήθεια του κράτους, έχουν δυνατότητες εφάμιλλες με εκείνες των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ναυπηγείων και μπορούν να κτίσουν τον ελληνικό στόλο με ελληνικά σχέδια και μεγάλη προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία.
Στην επόμενη πενταετία η Ευρώπη (δεν μιλάμε μόνο για την Ελλάδα) θα δαπανήσει περισσότερα από 160 δισεκατομμύρια ευρώ για τη ναυπήγηση νέων πλοίων και υποβρυχίων. Και γιατί να εμπιστευτούν άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα ελληνικά ναυπηγεία αν δεν τα εμπιστεύεται το ελληνικό κράτος;
Δεν είμαστε υπερβολικοί. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Άμυνας, για παράδειγμα, δεν έχει επισκεφτεί επίσημα τα δύο ναυπηγεία. Μέχρι σήμερα. Αλλά και αρμόδιοι ανώτατοι αξιωματικοί του ναυτικού δεν δείχνουν ότι αντιλαμβάνονται την ιδιαίτερη σημασία που θα είχε ένα οποιοδήποτε «προβάδισμα» των ελληνικών ναυπηγείων σε σχέση με εκείνα της αλλοδαπής.
Κατά καιρούς διατυπώνονται και άλλα «παράπονα» για διαφορετικές στρατηγικές μεταξύ υπηρεσιών και οργανισμών. Το βασικό θέμα είναι ότι δεν υπάρχει μια εθνική στρατηγική. Μια κεντρική γραμμή που να λέει ότι θα πρέπει να στηριχτούν τα ναυπηγεία. Για να φέρουν 2 με 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας, για να αυξηθούν οι θέσεις εργασίας τους κατά 2.000 ανθρώπους, για να αποκτήσει η χώρα αυτάρκεια σε έναν τομέα που μπορεί να την αποκτήσει.
Και μετά απ’ όσα σας είπαμε, περιμένετε ότι θα κάνουμε άλματα σε τομείς που δεν έχουμε έτοιμες υποδομές; Πώς θα φέρουμε τους Ισραηλινούς να κάνουν σύμπραξη με Έλληνες επιχειρηματίες, για παράδειγμα, αν έρθουν αντιμέτωποι με έναν ανάλογο παράλογο τρόπο αντιμετώπισης; Να προσπαθούν, δηλαδή, να πουλήσουν αμυντικό υλικό στην Ευρώπη και εμείς να τους σνομπάρουμε, παρά το γεγονός ότι μπορούν και καλύτερα και φθηνότερα;
Χρειάζεται μια κεντρική γραμμή. Ίσως, και ένας άνθρωπος που με την καθοδήγηση του πρωθυπουργού να ασχοληθεί ειδικά και μόνο με αυτό το θέμα. Η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας δεν είναι πολυτέλεια. Για την ακρίβεια, δεν έχουμε πιθανότητα να αντιμετωπίσουμε τον τουρκικό αναθεωρητισμό χωρίς δική μας αμυντική βιομηχανία. Και έχουμε αργήσει. Και μάλιστα πολύ…
Θανάσης Μαυρίδης