Η ελληνική αγορά ακολούθησε το σοκ της επιβολής των «αμοιβαίων» δασμών από την αμερικανική κυβέρνηση όπως και όλες οι Ευρωπαϊκές αγορές επισκιάζοντας κάθε άλλη οικονομική είδηση. Παρά τα επιμέρους υποστηρικτικά θεμελιώδη και την περιορισμένη έκθεση της ελληνικής οικονομίας στους δασμούς των ΗΠΑ, οι επενδυτές προχώρησαν σε κινήσεις μείωσης ρίσκου με επιθετικό τρόπο υπό το πρίσμα της αβεβαιότητας που συνεπάγεται η περίοδος μέτρων και αντιμέτρων από τους εμπορικούς αντισυμβαλλόμενους.
Στον πυρήνα της λογικής του ξεπουλήματος της αγοράς βρίσκεται η τιμολόγηση πρόβλεψης για υψηλότερη πιθανότητα ύφεσης στις ΗΠΑ και τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είτε θεωρηθεί ως διαπραγματευτική τακτική είτε ως σοβαρή προσπάθεια μείωσης του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, η κλίμακα αύξησης των δασμών απειλεί να επιβαρύνει τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, να περιορίσει την επενδυτική διάθεση και να υποδαυλίσει τις πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες ενδέχεται να μειώσουν σημαντικά τις καταναλωτικές δαπάνες. Παράλληλα όλες οι παρελκόμενες επενδυτικές δραστηριότητες που αφορούν εξαγορές, συγχωνεύσεις ή διασυνοριακές χρηματοδοτήσεις έχουν παγώσει καθώς η έλλειψη ορατότητας καθιστά εξαιρετικά επισφαλή τη μοντελοποίηση του μεσοπρόθεσμου μέλλοντος.
Η εμφάνιση τέτοιων διακυμάνσεων με ένταση και διάρκεια είχε κάμποσο καιρό να κάνει την εμφάνιση της στα χρηματιστήρια (Ουκρανική κρίση, Φεβ. 2022) και είναι λογικό να έχει προβληματίσει ως προς τη δυνητική της έκταση την επενδυτική κοινότητα. Πλέον τα θεμελιώδη έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα, η προσέγγιση της αγοράς γίνεται στη λογική της επόμενης ημέρας καθώς η ροή πληροφοριών στο μέτωπο των δασμών έχει υψηλό επιδραστικό δείκτη, όπως φάνηκε μετά την απάντηση της Κινεζικής κυβέρνησης με την επιβολή δασμών 34% στα αμερικανικά προϊόντα.
Η απάντηση της Ευρώπης με νέους δασμούς θα πρέπει να αναμένεται ώστε να ολοκληρωθεί ο κύκλος μέτρων-αντίμετρων βάζοντας πλέον όλες τις πληροφορίες στο τραπέζι χωρίς βέβαια να αποκλείεται και νέα κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου. Ως εκ τούτου παρά τη διόρθωση 9% από τα υψηλά του Γενικού Δείκτη η στρατηγική νέων τοποθετήσεων προτείνεται να γίνει σταδιακά εστιάζοντας σε μετοχές με καλά μερίσματα (ΟΠΑΠ, ΔΑΑ), αναπτυξιακή προοπτική (ΔΕΗ, ΓΕΚ, Metlen) ή έχουν ελκυστικές αποτιμήσεις (Πειραιώς, Alpha Bank, ΕΧΑΕ, κλπ). Η αντίδραση στην έντονη πτώση θα έχει σαν κύριο εκφραστή τις μετοχές της υψηλής κεφαλαιοποίησης που δέχθηκαν και τη μεγαλύτερη πίεση.
Τεχνικά, ο Γενικός Δείκτης από την περασμένη Δευτέρα έχει αποφορτίσει τις ημερήσιες υπερτιμήσεις των ταλαντωτών και κινείται σε ουδέτερες ζώνες τιμών.
Το καθοδικό χάσμα (1.734 – 1.718) που πρακτικά εκκινεί τη διόρθωση από τα υψηλά έτους αποτελεί πλέον την κυριότερη βραχυπρόθεσμη ζώνη αντίστασης ενώ με βάση τις αναλογίες της ανόδου που έχει προηγηθεί η στήριξη της αγοράς εντοπίζεται στις 1.556 μονάδες επίπεδο που αντιστοιχεί στο 50% της διόρθωσης από τα υψηλά των 1749,9 μονάδων.
Εκτός από τον MACD σήματα πώλησης έχουν δοθεί από τους κινητούς μέσους των 30 και 50 ημερών για πρώτη φορά μετά τον Νοέμβριο του 2024. Σε ό,τι αφορά την ένταση της πτώσης είναι ενδεικτικό ότι την Παρασκευή οι συναλλαγές προσέγγισαν τα 400 εκατ. ευρώ χωρίς να υπάρχουν ειδικές συναλλαγές διάθεσης μετοχών ή αναδιαρθρώσεις δεικτών γεγονός που δείχνει ότι τα «αδύναμα χέρια» έχουν εξέλθει της αγοράς. Επίσης, στη συνεδρίαση της Παρασκευής η αγορά μάζεψε μέρος των απωλειών της δείχνοντας κάποια αντανακλαστικά στις έξωθεν πιέσεις αυξάνοντας το ενδεχόμενο μιας ανοδικής αντίδρασης στις επόμενες συνεδριάσεις.
Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι δεν έχουν υπάρξει επαρκείς ενδείξεις για το τέλος της διόρθωσης από τα υψηλά των 14,5 ετών καθώς η τάση παραμένει υπέρ των πωλητών και θα απαιτηθεί η υπέρβαση των 1.650 μονάδων για να επανέλθουν σε θέση οδηγού οι αγοραστές. Ασφαλές σενάριο για την ερχόμενη εβδομάδα είναι η διατήρηση της μεταβλητότητας και η συνέχιση της ταλάντωσης της αγοράς με ανοδικό όριο το καθοδικό χάσμα της Παρασκευής (1.676 – 1.664 μονάδες).
Κεντρικό γεγονός της ερχόμενης εβδομάδας στο εσωτερικό είναι η πιθανή αναβάθμιση του ΧΑ σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς την προσεχή Τρίτη από τον οίκο FTSE μια παράμετρος που αποκτά εξαιρετική σημασία λόγω της πρόσφατης κατάστασης καθώς έχουν διατυπωθεί διαφορετικές εκτιμήσεις για την ομαλή μετάβαση στο νέο status.