Φιλελεύθερος

Φιλελεύθερος

Σύνθετη λέξη, που απαρτίζεται από δύο συνθετικά, φίλος (αυτός που τρέφει αισθήματα συμπάθειας, που αγαπά κάτι) + ελεύθερος (αυτός που δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις, που δεν υφίσταται περιορισμούς, ο απαλλαγμένος από βάρη). Συνεπώς σε μια πρώτη έννοια ο φιλελεύθερος είναι όποιος δεν αγαπά τους περιορισμούς, τις δεσμεύσεις τα βάρη, άρα αγαπά την ελευθερία.

Η λέξη, όμως, αν και τα συνθετικά της συναντώνται στην ελληνική γλώσσα ήδη από τα αρχαία χρόνια, είναι νεότερη και μαρτυρείται για πρώτη φορά το 1893 με τη μορφή της παράγωγής της, φιλελευθερισμός. Ο φιλελευθερισμός στο νεοελληνικό λεξιλόγιο αποδίδει στην Ελληνική τον αγγλικό όρο liberalism.

Φιλελεύθερος, λοιπόν, είναι αυτός που αγαπά την ελευθερία (φιλελεύθερος άνθρωπος) ή εκείνος που προωθεί την ιδέα της ελευθερίας ή συμβάλλει στη διεύρυνση της ατομικής, κοινωνικής, πολιτικής, θρησκευτικής ελευθερίας. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για φιλελεύθερη πολιτική, φιλελεύθερες ιδέες, φιλελεύθερη οικογενειακή αγωγή.

Ο φιλελεύθερος, όμως, είναι και ο οπαδός του φιλελευθερισμού, της οικονομικής θεωρίας, δηλαδή, που υποστηρίζει ότι η αγορά πρέπει να λειτουργεί ελεύθερα, ενώ ο ρόλος του κράτους περιορίζεται στη διαμόρφωση του πλαισίου στο οποίο διεξάγεται ο οικονομικός ανταγωνισμός. Ο φιλελευθερισμός ως οικονομική θεωρία πήρε σάρκα και οστά με τον Άνταμ Σμιθ, τον σκοτσέζο οικονομολόγο του Διαφωτισμού.

Κι επειδή εδώ μιλάμε για τις λέξεις, συνώνυμα του φιλελεύθερου είναι ο ελευθερόφρων, ελευθέριος, δημοκρατικός.