Κάβουρας

Κάβουρας

Άλλη καλοκαιρινή λέξη θα μάς απασχολήσει σήμερα, ο κάβουρας. Για την ακρίβεια όχι ακριβώς καλοκαιρινή, αλλά θαλασσινή, γιατί στη θάλασσα είναι ο χώρος που κυρίως βλέπουμε τον κάβουρα, τον εντοπιζουμε, τον παρατηρούμε και – γιατί όχι – τον συλλέγουμε.

Λέξη μεσαιωνική με αρχική μορφή κάβουρος. Πιθανόν προέρχεται από τον τύπο κάραβος, την καραβίδα. Με μια αντιμετάθεση των συμφώνων, το β πήρε τη θέση του ρ και το ρ του β και έτσι έχουμε τον κάβουρα, δηλαδή μια μικρή καραβίδα. Στη διαμόρφωση του κάβουρα επέδρασε και ο συνώνυμος πάγουρος που δηλώνει ακριβώς τον κάβουρα.

Έτσι είχαμε στα αρχαία χρόνια τον πάγουρον που στα μεσαιωνικά χρόνια έγινε κάβουρος και στα δικά μας τα νεοελληνικά κάβουρας ή καβούρι.

Τον πάγουρον τον περιγράφει ο Αριστοτέλης στο «Περ? ζώων ?στορίας». Παίρνει το όνομά του από το ρήμα πήγνυμι (=στερεώνω), από το γεγονός ότι έχει σκληρό και τραχύ όστρακο που περιβάλλει το δέρμα του.

Ο κάβουρας ως καρκινοειδές με τις δαγκάνες του δεν θέλει ιδιαίτερες συστάσεις. Τον ξέρουμε όλοι από τα ποτάμια, τις θάλασσες, αλλά και τις λίμνες. Το πρώτο από τα πέντε ζευγάρια ποδιών έχει δαγκάνες και γι'' αυτό το καρκινοειδές περπατά λίγο πλάγια. Συνεπώς, όταν πηγαίνω σαν τον κάβουρα, βραδυπορώ και δεν προχωρώ γρήγορα.

Υπάρχουν, όμως, και άλλες εκφράσεις διάσημες  για κάβουρες και καβούρια. Τι είναι ο κάβουρας τι είναι το ζουμί του αναρωτιόμαστε, όταν έχουμε μικρή ποσότητα από ένα είδος και εκείνο δεν επαρκεί για να καλύψουμε τις ανάγκες μας. Εξάλλου το καβούρι είναι μικρό και πόσο ζουμί να βγάλει, για να κάνει κανείς σούπα; Αν μάλιστα έχει αυτός που παρέχει το δείπνο καβούρια στις τσέπες του, μόλις βάλει το χέρι του στις τσέπες, τού το δαγκώνει ο κάβουρας και δεν τον αφήνει να βγάλει χρήματα από αυτές, για να αγοράσει περισσότερο φαγητό για τους καλεσμένους. Είναι, με άλλα λόγια, τσιγκούνης. Εάν επιπλέον είναι αρχιτσιγκούναρος, τον λέμε καβουρομάνα ή σε λιγότερο κομψά ελληνικά θα πούμε γι'' αυτόν ότι έχει καβουροπολυκατοικία στην τσέπη.

Σήμερα, βέβαια, η μικρή αγοραστική ικανότητα οφείλεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τόσα όπως παλιά. Έτσι με τα λιγοστά τους μέσα, με πενταροδεκάρες, κοιτάζουν να αγοράσουν επαρκείς ποσότητες. Να καβούρους, δος μου αλεύρι, που λέει ο λόγος.

Η εποχή μας, είναι αλήθεια, απαιτεί θυσίες, μάς θέλει κάβουρες να περπατάμε στα κάρβουνα, να κάνουμε σπουδαία πράγματα, για να αποδείξουμε την αξία μας, ενώ δεν μπορούμε.

Όταν βρεθούμε πολλοί σε έναν τόπο, είμαστε σαν τα καβούρια στο σακκούλι, γιατί ασφυκτιούμε.

Ο κάβουρας είναι ακόμη εργαλείο, αλλά και άγκιστρο στα πλοία για την καδένα της άγκυρας.

Το καβουράκι, όμως, είναι και το καπελλάκι το αντρικό που δίνει στυλ και λέγεται αλλιώς ρεπούμπλικα.

Ο κάβουρας γίνεται καβουροσαλάτα και η καβουρόψυχα είναι νόστιμο θαλασσινό έδεσμα.

Καβουρολεξιλογήσαμε αρκετά, αλλά δε χρειαστήκαμε κάβουρα, για να μας κλειδώσει το στόμα, ώστε να μη σας βασανίζουμε περαιτέρω.