Η εκκλησιαστική μας γλώσσα, εκφραστική και ποιητική προτρέπει με το σημερινό τροπάριο σε πνευματική εγρήγορση. «?δού, ? Νυμφίος ?ρχεται ?ν τ? μέσω τ?ς νυκτός, κα? μακάριος ? δο?λος, ?ν ε?ρήσει γρηγορο?ντα. ?νάξιος δ? πάλιν ?ν ε?ρήσει ραθυμο?ντα».
Το κείμενο αντλεί την έμπνευσή του από την παραβολή των δέκα παρθένων, από τις οποίες οι πέντε ήταν φρόνιμες και οι άλλες πέντε μωρές, δηλαδή ανόητες. Οι πρώτες είχαν προνοήσει να έχουν λάδι για τις λαμπάδες τους, όταν έφθανε ο γαμπρός, ενώ οι άλλες, επιπόλαιες, τεμπέλιασαν, έδειξαν οκνηρία, νωθρότητα, ραθυμία και βρέθηκαν απροετοίμαστες να υποδεχθούν τον νυμφίο. Ο γάμος ξεκίνησε, οι πόρτες έκλεισαν και αυτές που ραθύμησαν έμειναν απ'' έξω.
Ραθυμία είναι η αμεριμνησία, η απρονοησία, η αδιαφορία, η αμέλεια. Βγαίνει από το ρήμα ?αθυμέω, ?αθυμ?, που σημαίνει αμελώ, μένω αργός. Αυτό με την σειρά του παράγεται από το αρχαιοελληνικό επίρρημα ?? (= εύκολα) και θυμός (=ψυχή). Μια κατάσταση της ψυχής η ραθυμία και αυτός που την έχει είναι ράθυμος. Τον ράθυμο χαρακτηρίζει η ελαφρότητα της ψυχής, με αποτέλεσμα να μην παίρνει τίποτα στα σοβαρά.
Στην ίδια οικογένεια ανήκει και το επίρρημα ?αδίως (=με ευκολία) και η ?αστώνη (= η τεμπελιά, η κατάσταση όταν όλα γίνονται με ευκολία). Τη λέξη ραστώνη την χρησιμοποιούμε και εμείς, αν έχουμε πλούσιο λεξιλόγιο.
Αλλά και ο ραδιούργος, ο κακός στην ίδια μεγάλη οικογένεια ανήκει. Ο ραδιούργος δεν έχει τύψεις συνειδήσεως και μηχανεύεται το κακό, χωρίς να νιώθει τύψεις.
Τα όμορφα ελληνικά μας έχουν και τον αράθυμο, που δηλώνει το αντίθετο του ράθυμου. Αν ο ράθυμος είναι ο νωθρός, αράθυμος είναι ο ευέξαπτος, ο ζωηρός. Αυτός ο αράθυμος μας θυμίζει την περίφημη φράση από τα Ματωμένα Χώματα, της Διδώς Σωτηρίου, όταν ο ήρωας περιγράφει τον κακότροπο πατέρα του και την υπομονετική του μητέρα. Λέει χαρακτηριστικά:
«Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ'' αχείλι: «Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώνεσαι τον έχεις σκλάβο». Τώρα τί σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το 'ξερε που έκανε μαζί του ένα λόχο παιδιά».
Η προτροπή για σήμερα είναι ετοιμότητα και όχι ραθυμία. Επειδή, όμως, εμείς λεξιλογούμε, θα πάμε λίγο πίσω και θα δώσουμε μια άλλη διάσταση στην ραθυμία. Μάλλον δεν θα την δώσουμε εμείς αλλά ο μεγάλος Θουκυδίδης.
Ο ιστορικός μας στο περίφημο απόσπασμά του από τον Επιτάφιο, παραθέτει τα λόγια του Περικλή προς τιμήν των νεκρών του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού πολέμου. Εκεί λέει ότι οι Αθηναίοι πολεμούν ?αθυμία μ?λλον ? πόνων μελέτη (πολεμούν με άνεση και όχι λογαριάζοντας τον κόπο). Εδώ η ραθυμία είναι η χαρά που αισθάνεται κανείς, όταν ρίχνεται με ενθουσιασμό σε ένα έργο και όχι η νωθρότητα των παρθένων του εκκλησιαστικού μας ύμνου. Μεγάλη η δύναμη της γλώσσας μας!
Ραθυμία και ραστώνη, ράθυμος και αράθυμος, η κάθε λέξη και μια μικρή ξεχωριστή πορεία στον χρόνο!