Το μακρινό, για πολλούς από εμάς 1989, όλα έδειχναν ότι το ΠΑΣΟΚ θα έχανε τις εκλογές, όπως και έγινε. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ο Ανδρέας Παπανδρέου, από εξέδρας απευθυνόμενους στους οπαδούς του είχε προτρέψει τον τότε υπουργό του επί των Οικονομικών Δημήτρη Τσοβόλα : «Τσοβόλα, δώστα όλα!» Με αυτή τη λογική κινούνταν οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο έως το 2009, οπότε και χρεοκοπήσαμε. Ουέ και αλίμονο αν εν έτει 2025 επιστρέψουμε αυτή τη φορά στο «Κυριάκο (Πιερρακάκη) δώστα όλα.»
Πριν από μερικές μόλις ημέρες, ο οίκος αξιολόγησης Moody’s έδωσε και αυτός στη χώρα μας την επενδυτική βαθμίδα. Η κατάκτηση αυτή για την Ελλάδα ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής σταθερότητας των τελευταίων ετών, της σημαντικής προόδου που έχει επιτύχει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια καθώς επίσης και της ανάπτυξης του επενδυτικού της χαρακτήρα σε συνδυασμό με την εξωστρέφεια που επιδεικνύει.
Μετά τον χαρακτηρισμό της χώρας μας ως junk, τα capital controls και την αυστηρή επιτήρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο – ας όψεται ο Βαρουφάκης και οι τότε θαυμαστές του… – η χώρα μας από το 2019 και μετά με την εκλογή της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο τιμόνι κατάφερε, με πολύ κόπο, πολύ προσπάθεια και πολλές θυσίες, να επανακτήσει σιγά σιγά την οικονομική αξιοπιστία της.
Συγκαταλέγεται πλέον στις χώρες στις οποίες η δημοσιονομική πολιτική χαράσσεται συνετά και ακολουθείται σταθερά. Σε αυτές στις οποίες τα βήματα βελτίωσης της οικονομικής καθημερινότητας των πολιτών της, όσο επίπονα και αν είναι, γίνονται με γνώμονα τη θετική συνέχεια και όχι την περίπτωση κατρακύλας. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε, πως όταν φτάνεις σε ένα υψηλότερο σημείο, η κατρακύλα είναι το μόνο εύκολο. Το δύσκολο και με το όποιο πολιτικό κόστος είναι αφενός να παραμείνεις αφετέρου να προχωρήσεις μπροστά!
Και αυτό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να σημαίνει ότι γίνονται όλα μαζικά και σπασμωδικά, αλόγιστα και χωρίς προγραμματισμό. Η μείωση της φορολογίας έχει ξεκινήσει και συνεχίζεται από το 2019 έως σήμερα. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι πρέπει να γίνουν μειώσεις που θα έχουν μη επιθυμητά αποτελέσματα. Σε αυτό το πλαίσιο οι μειώσεις φόρων συνεχίζονται και θα επεκταθούν περαιτέρω έως το τέλος και αυτής της τετραετίας.
Από το 2019 ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σημαντικά. Από τα €650 το 2019 θα διαμορφώνεται στα €880 από την 1η Απριλίου 2025. Έγινε αυτό απευθείας; Και βέβαια όχι. Η αύξηση αυτή είναι η 5η κατά σειρά, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η σίγουρη πορεία της ελληνικής οικονομίας και η μη ύπαρξη κλυδωνισμών.
Δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα να καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε. Δεν πρέπει να παρασυρθούμε και να ζητάμε αφειδώς αυξήσεις, επιδόματα, «δώρα». Η κάθε απόφαση πρέπει να λαμβάνεται μετά από μελέτη, εξονυχιστικό έλεγχο και όπως έλεγαν οι παλιοί «με μολύβι και χαρτί». Πόσο θα μας κοστίσει, από που θα τα βρούμε, από που θα τα κόψουμε και πως δε θα επιβαρύνουμε ούτε κατ’ελάχιστον τις επόμενες γενιές.
Αν μη τι άλλο, αυτή η Κυβέρνηση έχει καταφέρει να πείσει τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων ότι αυτό το ισόζυγιο εσόδων – εξόδων το τηρεί με θρησκευτική ευλάβεια. Και αυτό πρέπει να συνεχιστεί.
Σε αντίθετη περίπτωση, δε θα αργήσει πάλι να έρθει η στιγμή που η χώρα μας θα βρεθεί εκ νέου ικέτης στους εταίρους, στους δανειστές και στο Δ.Ν.Τ. Με Κυβέρνηση Μητσοτάκη, αυτή η προοπτική απλά δεν υπάρχει.
*Η Δήμητρα Καντεράκη είναι Οικονομολόγος και Πολιτεύτρια Β3 Νοτίου Τομεά Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας.