Εκφοβισμοί, παραπομπές, ντροπές

Η περίφημη γενιά της μεταπολίτευσης μεγάλωσε και διαμόρφωσε πολιτική συνείδηση, πιστεύοντας -ως αξίωμα που δεν χρειάζεται καν απόδειξη- σ’ έναν μύθο. Ότι η Δεξιά εκφοβίζει, τρομοκρατεί και διώκει, ενώ η αριστερά υπερασπίζεται ηρωικά την ελευθερία του λόγου και της πράξης. Έπρεπε να έρθει η φοβερή περίοδος της χρεωκοπίας και των μνημονίων, για να δούμε αυτό τον μύθο να καταρρέει με πάταγο, δίνοντας τη θέση του σε μια φρικαλέα πραγματικότητα.

Πρώτα απ’ όλα, ότι είναι η αριστερά που ασκεί βία και εκφοβισμό σε όποιον έχει διαφορετική άποψη απ’ αυτή που αυτή διακινεί. Η οποία βία της μάλιστα, ανενδοίαστα καταλήγει από λεκτική να γίνεται διοικητική ή και φυσική. Κατά δεύτερο, η αριστερά και η ακροδεξιά δεν έχουν καμία απολύτως διαφορά μεταξύ τους ως προς τις μεθόδους. Μπορεί να παριστάνουν τους ιδεολογικούς αντιπάλους, αλλά στην πράξη έχουν κοινό όραμα και αλληλοϋποστηριζόμενη μεθοδολογία. Ο πρώτος στόχος τους πάντα είναι να μην ακούγεται οτιδήποτε άλλο, πλην των πολιτικά στρατευμένων παραμυθιών που κατασκευάζουν.

Το βασικό είναι να φοβάσαι να γράψεις. Να φοβάσαι να μιλήσεις. Να φοβάσαι να εκφραστείς. Να φοβάσαι να πεις τη γνώμη σου. Να λες «άσε με καημένε, που θα πάω να τα βάλω με τους φανατικούς και τους στρατευμένους. Να λείπει. Τι έχω να κερδίσω; Αυτοί είναι επικίνδυνοι. Ας μιλήσω ή ας γράψω για κάτι πιο ανώδυνο.» Μόλις καμιά εικοσαριά άτομα που έχουν δημόσιο λόγο και την ικανότητα να κάνουν επίκληση της κοινής λογικής μπουν σ’ αυτό το τριπάκι, ο στόχος επιτεύχθηκε. Η μούγκα επιβλήθηκε.

Η κλήση της Σοφίας Γιαννακά σε απολογία από το πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ, είναι το αποκορύφωμα της τρομοκρατίας, το άκρον άωτον της γελοιότητας. Αυτός που καλεί σε απολογία μια συνάδελφο επειδή έγραψε επωνύμως τη γνώμη της, δεν αξίζει όχι να είναι μέλος οργάνου της Ένωσης, αλλά ούτε τον τίτλο του δημοσιογράφου δεν θα ‘πρεπε να φέρει. Λογοκριτές ούτε θέλουμε, ούτε επιτρέπουμε. Ντροπή.