Για πρώτη φορά έπειτα από τέσσερις δεκαετίες το όνομα Λεπέν δεν θα βρίσκεται, ως όλα δείχνουν, στις λίστες προεδρικών εκλογών της Γαλλίας, υπό το βάρος της δικαστικής απόφασης που ήλθε να επιβάλλει στην «ηγέτιδα» της «κανονικοποιημένης» Άκρας Δεξιάς ποινή πενταετούς στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων μετά την καταδίκη της για υπεξαίρεση κοινοτικών κονδυλίων.
Ανοιχτό ερώτημα είναι πώς θα επηρεάσει η εξέλιξη αυτή το μέτωπο της γαλλικής Ακροδεξιάς, την πολιτική σκηνή ευρύτερα και την πολιτική σταθερότητα μίας Γαλλίας που πορεύεται εδώ και μήνες επί ξυρού ακμής με διαδοχικές αδύναμες κυβερνήσεις. Η βιωσιμότητα της παρούσας κυβέρνησης Μπαρνιέ επαφίεται άλλωστε στη «διακριτική ευχέρεια» του Εθνικού Συναγερμού (RN), σε ένα πρωτοφανές τοπίο κατακερματισμού δυνάμεων και αστάθειας για την 5η Γαλλική Δημοκρατία.
Η έκβαση της πολύκροτης υπόθεσης της κατάχρησης πόρων του Ευρωκοινοβουλίου, ιδίως στο σκέλος που αφορά την άμεση αφαίρεση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι και όχι κατόπιν της εκδίκασης της έφεσης, συνιστά τη χειρότερη δυνατή έκβαση για τη Μαρίν Λεπέν και το κλίμα προδιαγράφεται μάλλον θυελλώδες από τώρα έως και το 2027, όταν θα στηθούν οι κάλπες των προεδρικών εκλογών, δίχως τον Εμανουέλ Μακρόν πλέον στο προσκήνιο και με την ίδια την Λεπέν να συγκέντρωνε έως σήμερα τις μεγαλύτερες πιθανότητες σε όλη την πολιτική της πορεία να επικρατήσει.
Η Μαρίν Λεπέν έχει διεκδικήσει τρεις φορές την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας, ερχόμενη κάθε φορά όλο και πιο κοντά στο κατώφλι του Μεγάρου των Ηλυσίων, έχοντας προωθήσει μία «εξευγενισμένη» εκδοχή της Άκρας Δεξιάς απομακρυνόμενη από τον πατέρα της και ιδρυτή του Εθνικού Μέτωπου, Ζαν-Μαρί Λεπέν. Το 2012 τερμάτισε τρίτη πίσω από τους Φρανσουά Ολάντ και Νικολά Σαρκοζί με 17,9% των ψήφων. Το 2017 και το 2022 έχασε από τον Εμανουέλ Μακρόν με 33,9% και 41,5% των ψήφων αντίστοιχα, όταν τα δημοκρατικά αντανακλαστικά των Γάλλων την κράτησαν εκτός Ελιζέ, παρά την αντιδημοφιλία Μακρόν.
Στις πρόωρες εκλογές που αιφνιδιαστικά προκήρυξε ο Γάλλος πρόεδρος μετά το σοκ των ευρωεκλογών του Ιουνίου του 2024 υψώθηκε εκ νέου δημοκρατικό ανάχωμα και με την καθοριστική σύμπραξη Κέντρου και Αριστεράς στο δεύτερο γύρο της 7ης Ιουλίου, οι δημοσκοπήσεις διαψεύστηκαν και η Γαλλία απέκρουσε τον κίνδυνο μίας ακροδεξιάς κυβέρνησης για πρώτη φορά στα χρονικά. Η Λεπέν εμφανιζόταν ωστόσο σε τροχιά να φέρει την Άκρα Δεξιά στην ίδια την προεδρία το 2027, εξ ου και οι καταγγελίες περί εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης, πολιτικά υποκινούμενης δίωξης και ένα «πολιτικό κυνήγι μαγισσών» για τον αποκλεισμό της από την εξουσία, που παραπέμπει σε ρητορική και φρασεολογία του Ντόναλντ Τραμπ επί εποχής δικαστικών διώξεών του.
Η ηγέτιδα της γαλλικής Ακροδεξιάς κρίθηκε χθες ένοχη από δικαστήριο του Παρισιού για υπεξαίρεση κοινοτικών κονδυλίων, ύψους 474.000 ευρώ, για υπόθεση που χρονολογείται από την εποχή της θητείας της στο Ευρωκοινοβούλιο την περίοδο 2004-2017. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, επί σειρά ετών εμφάνιζε ως συνεργάτες της στις Βρυξέλλες στελέχη που αμείβονταν από το Ευρωκοινοβούλιο, αλλά στην πραγματικότητα εργάζονταν αποκλειστικά για το κόμμα (τότε Εθνικό Μέτωπο) εντός Γαλλίας. Κρίθηκαν επίσης ένοχοι οκτώ ευρωβουλευτές του Εθνικού Συναγερμού.
Καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, τα δύο με αναστολή και τα υπόλοιπα σε κατ' οίκον περιορισμό με ηλεκτρονικό βραχιολάκι, στην επιβολή προστίμου 100.000 ευρώ, καθώς και σε πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Κατόπιν εισαγγελικού αιτήματος προσωρινής εκτέλεσης το οποίο και έγινε δεκτό, η απαγόρευση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι έχει άμεση ισχύ και δεν συναρτάται από την έκβαση της έφεσης κατά της δικαστικής απόφασης, που ήδη κατατέθηκε.
Ως αποτέλεσμα, η Μαρίν Λεπέν -που έχει απορρίψει όλες τις κατηγορίες- θα μπορέσει να είναι υποψήφια το 2027 μόνον εφόσον έχει έως τότε εκδικαστεί η έφεση και η ίδια έχει εξασφαλίσει μία πιο ευνοϊκή απόφαση -κάτι πολύ δύσκολο, αν και όχι απολύτως αδύνατο. Όμως η διαδικασία των εφέσεων είναι αργή στη Γαλλία και το πιθανότερο είναι να μην «προλάβει» η Λεπέν τις προεδρικές κάλπες. Μιλώντας χθες το βράδυ στη γαλλική τηλεόραση, η ίδια ανέφερε πως στόχος ήταν ο αποκλεισμός της, η δικαστική απόφαση την θέτει ντε φάκτο εκτός προεδρικής κούρσας, αλλά παραμένει «παρούσα» στην πολιτική.
Ως μία κατάσταση χάους περιγράφεται αυτή που αντιμετωπίζει τώρα ο Εθνικός Συναγερμός, ο οποίος δεν είχε προετοιμάσει μία κατάλληλη στρατηγική, όπως παραδέχονται ανωνύμως στα γαλλικά μέσα στελέχη του κόμματος. Κύριος εναλλακτικός υποψήφιος προβάλλει ο προστατευόμενός της Λεπέν και αρχηγός του κόμματος Ζορντάν Μπαρντελά, δημοφιλής άλλα δίχως την εμπειρία και το ειδικό βάρος της ίδιας για να δώσει τη μάχη των προεδρικών εκλογών. Η πρώτη αντίδραση Μπαρντελά ήταν πως με την απόφαση «δολοφονείται η δημοκρατία».
Η καταδίκη της Μαρίν Λεπέν είναι αδιαμφισβήτητα ένα τεράστιο πλήγμα για το κόμμα και την ευυποληψία της ίδιας και μίας Άκρας Δεξιάς που επί πατρός Λεπέν είχε «σημαία» το σύνθημα «κεφάλι ψηλά, χέρια καθαρά» για να καταγγείλει τους άπληστους και διεφθαρμένους πολιτικούς του κατεστημένου, μοτίβο που διατήρησε και η σημερινή αρχηγός της Ακροδεξιάς ξεκινώντας την πολιτική της καριέρα ως «σταυροφόρος» κατά της διαφθοράς για να αποστασιοποιηθεί στη συνέχεια από τον αντισημιτισμό και τη ρητορική του Ζαν-Μαρίν Λεπέν (τον οποίο και διέγραψε) σε μία μεθοδική εκστρατεία να καταστήσει την αντιμεταναστευτική Άκρα Δεξιά «mainstream».
Η άλλη όψη όμως λέει ότι ο άμεσος αποκλεισμός από τις εκλογές θα μπορούσε ακόμη και να ενισχύσει την πολιτική υποστήριξη προς την Άκρα Δεξιά, καθώς εξυπηρετεί το αφήγημα της θυματοποίησης της Μαρίν Λεπέν από μία ελίτ που θέλει να «εξαφανίσει» την ίδια και το κόμμα της. Η Λεπέν δεν κατηγορήθηκε ότι έβαλε χρήματα στη δική της τσέπη, αλλά ότι διοχέτευσε τα χρήματα στο κόμμα. Η ίδια μιλά συστηματικά για πολιτική δίωξη, λέγοντας ότι οι δικαστές ήθελαν τον «πολιτικό της θάνατο».
Το πώς θα επηρεαστούν τα ποσοστά του Εθνικού Συναγερμού στο εξής, όπως και αν μπορεί να επωφεληθεί ο ακροδεξιός Ερίκ Ζεμούρ ή άλλα κόμματα, μένει να διαφανεί. Πάντως, για την Liberation σαφώς «η ιστορία της Ακροδεξιάς δεν τελειώνει εδώ», και αυτό που διακυβεύεται «είναι το μέλλον ενός ονόματος, μίας οικογένειας, αλλά όχι το μέλλον ενός πολιτικού κινήματος που δυστυχώς είναι γερά ριζωμένο στο πολιτικό τοπίο της Γαλλίας». Η Figaro από πλευράς της αναρωτιέται εάν η Μαρίν Λεπέν (που δεν εκπίπτει άμεσα του βουλευτικού αξιώματος) θα μπορούσε να μπει στον «πειρασμό» να πάρει εκδίκηση ρίχνοντας την κυβέρνηση Μπαϊρού.
Η απόφαση του δικαστηρίου να επιβάλει άμεση πενταετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων αντανακλά μια αυστηρή προσέγγιση της πολιτικής λογοδοσίας και έχει σε κάθε περίπτωση διχάσει. Η προεδρεύουσα δικαστής Μπενεντίκτ ντε Περτουί τόνισε ότι κανένα πρόσωπο δεν πρέπει να είναι υπεράνω του νόμου, δηλώνοντας ότι το να επιτραπεί σε κάποιον που έχει καταδικαστεί για τόσο σοβαρά αδικήματα να θέσει υποψηφιότητα για αξίωμα θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Ως αναμενόταν, η απόφαση συσπείρωσε ευρύτερα την εγχώρια και ευρωπαϊκή Άκρα Δεξιά και επικρίθηκε, αλλά και από το Κρεμλίνο που... κατήγγειλε «παραβίαση δημοκρατικών κανόνων».
Όμως, πέραν της «συγχορδίας» των Όρμπαν, Σαλβίνι, Βίλντερς και έτερων ακροδεξιών συμμάχων της Μαρίν Λεπέν, πολιτικοί όπως ο πρώην υπουργός Εσωτερικών και νυν υπουργός Δικαιοσύνης, Ζεράλ Νταρμαμέν, ο Ερίκ Σιοτί, πρώην επικεφαλής των Ρεπουμπλικανών, στελέχη και ευρωβουλευτές των γκωλικών αλλά και πολιτικοί της Αριστεράς έχουν εκφράσει από σκεπτικισμό έως έντονη καταδίκη στην προοπτική να κρίνουν τα δικαστήρια, αντί των ψηφοφόρων, ποιος μπορεί να είναι υποψήφιος για το ύπατο αξίωμα.
Καθώς εγείρονται ευρύτερα ερωτήματα σχετικά με τα όρια της δικαστικής εξουσίας και την πολιτική λογοδοσία, η αριστερή Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν αντέδρασε στην καταδίκη Λεπέν τονίζοντας τη σοβαρότητα των αποδεδειγμένων κατηγοριών, οι οποίες, όπως υποστήριξαν, έρχονται σε αντίθεση με το σύνθημα του Εθνικού Συναγερμού «κεφάλι ψηλά, χέρια καθαρά». Αν και αναγνώρισε την απόφαση του δικαστηρίου, η LFI εξέφρασε την αντίθεσή της στην αρχή της απαγόρευσης της υποψηφιότητας ατόμων, δηλώνοντας ότι η προσέγγισή της για την καταπολέμηση της Ακροδεξιάς δεν περιελάμβανε ποτέ τη στήριξη σε δικαστικές αποφάσεις. Αντίθετα, επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους να πολεμήσουν την Εθνική Συσπείρωση στις κάλπες και τους δρόμους, ανεξάρτητα από το ποιος μπορεί να είναι ο υποψήφιός της.
Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα από πλευράς του ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι η «ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και το Κράτος Δικαίου» πρέπει να γίνονται σεβαστά από όλους, ενώ στενός συνεργάτης του Φρανσουά Μπαϊρού μετέφερε στα γαλλικά μέσα ότι ο πρωθυπουργός είναι «προβληματισμένος από την ετυμηγορία», δεν προτίθεται, ωστόσο, ο ίδιος να κάνει «οποιοδήποτε σχόλιο για μια δικαστική απόφαση».