Το κινεζικό αεροπλανοφόρο Shandong πλέει κοντά στις ακτές της Ταϊβάν, 31 Μαρτίου 2025
Σφίγγει τον κλοιό η Κίνα στην Ταϊβάν «ζυγίζοντας» τις ΗΠΑ
Taiwan Ministry of National Defense via AP
Taiwan Ministry of National Defense via AP
Το κινεζικό αεροπλανοφόρο Shandong πλέει κοντά στις ακτές της Ταϊβάν, 31 Μαρτίου 2025

Σφίγγει τον κλοιό η Κίνα στην Ταϊβάν «ζυγίζοντας» τις ΗΠΑ

«Πρόβες πολέμου» στο Στενό της Ταϊβάν ήλθε να προσθέσει το καθεστώς του Σι Τζινπίνγκ στο διεθνές γεωπολιτικό vertigo, επιδιώκοντας, πέραν του να εκφοβίσει την «παρασιτική» κατά την κινεζική ρητορική ηγεσία της νήσου, να στείλει «σήμα» στα θεωρούμενα «γεράκια» στους κόλπους της διακυβέρνησης Τραμπ και να βολιδοσκοπήσει παράλληλα μέχρι πού μπορεί πιθανώς να φτάσει...

Την περικύκλωση της Ταϊβάν από αέρος και θαλάσσης διαδέχθηκαν χθες ασκήσεις με πραγματικά πυρά και προσομοιώσεις πληγμάτων ακριβείας κατά επιλεγμένων στρατηγικών στόχων, όπως λιμάνια και ενεργειακές υποδομές, που θα στόχευε η Κίνα σε περίπτωση πολέμου για να εμποδίσει τη ροή προμηθειών και να αφήσει το υπό πολιορκία νησί στο σκοτάδι. 

Δεκάδες μαχητικά, 20 πολεμικά πλοία, περιλαμβανομένου του αεροπλανοφόρου Shandong, καθώς και σκάφη τη ακτοφυλακής μετείχαν στις μεγαλύτερης κλίμακας ασκήσεις προσομοίωσης αποκλεισμού και επίθεσης του τελευταίου έτους, που πραγματοποιήθηκαν αιφνιδιαστικά και συνδυάστηκαν με «βομβαρδισμό» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης με εθνικιστικά hashtag και σειρά προπαγανδιστικών βίντεο που απεικονίζουν πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ταϊβάν, καθώς και τον πρόεδρο Λάι Τσινγκ-τε ως καρτούν-σκουλήκι καρφωμένο σε ξυλάκια πάνω από μία φλεγόμενη Ταϊπέι.

Η ονομασία «Strait Thunder-2025A» δόθηκε στις αεροναυτικές ασκήσεις, με το πρώτο γράμμα του αλφαβήτου να θέλει να υποδηλώσει ότι έπεται συνέχεια. 

Η Κίνα έχει αυξήσει προοδευτικά τη συχνότητα των αεροναυτικών ασκήσεων γύρω από την Ταϊβάν τα τελευταία χρόνια -και ακόμη περισσότερο από το 2024 και την προεδρική εκλογή του μισητού για το Πεκίνο «εγκληματία αυτονομιστή» προέδρου Λάι Τσινγκ-τε. Παράλληλα, καθίστανται όλο και πιο σύνθετα τα σενάρια των ασκήσεων που χρησιμεύουν τόσο ως κρίσιμη προετοιμασία, όσο και ως προκάλυψη για μία πιθανή μελλοντική εισβολή στη νήσο που εδώ και επτά δεκαετίες θέλει το Πεκίνο να φέρει υπό τον έλεγχό του. 

Για την Κίνα η δημοκρατικά αυτοδιοικούμενη νήσος της Ταϊβάν είναι «ιερή» επαρχία της, προορισμένη προς επανένωση ακόμη και με στρατιωτικά μέσα. Σταθερά το Πεκίνο απειλεί με προσφυγή στη βία εάν η Ταϊβάν ανακηρύξει επισήμως την ανεξαρτησία της, ενώ έχει απειλήσει και τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες με πόλεμο εάν ενθαρρύνουν την ανεξαρτησία της νήσου της οποίας αποτελούν τον ισχυρότερο στρατηγικό σύμμαχο και εγγυητή της ασφάλειάς της ενώ ταυτόχρονα διατηρούν την προσέγγιση της πολιτικής της «μίας Κίνας».

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξοπλίζουν την Ταϊβάν και διατηρούν τη δυνατότητα να συνδράμουν στρατιωτικά προς υπεράσπισή της εφόσον δεχθεί επίθεση, χωρίς να δεσμεύονται ρητώς ότι θα το πράξουν. Πρόκειται για τη γνωστή στρατηγική ασάφεια όσον αφορά την Ταϊβάν, μέσω της οποίας διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν επιχειρήσει επί δεκαετίες να διατηρήσουν μια λεπτή ισορροπία μεταξύ της υποστήριξης της Ταϊβάν και της αποτροπής ενός πολέμου με την Κίνα.

Οι διήμερες ασκήσεις ήταν κατά το Πεκίνο «τιμωρία και προειδοποίηση» προς την κυβέρνηση της Ταϊβάν για την «αυτονομιστική δραστηριότητα» και τις «προκλήσεις» της. O πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε, από το τασσόμενο υπέρ της ανεξαρτησίας Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα της Ταϊβάν, ανακήρυξε τον περασμένο μήνα την Κίνα «ξένη εχθρική δύναμη», επικαλούμενος τη νομοθεσία για την εθνική ασφάλεια, και ανακοίνωσε σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση των επιχειρήσεων κατασκοπείας και επιρροής της.

Δεν είναι ωστόσο ο Λάι Τσινγκ-τε ο μόνος αποδέκτης του κινεζικού «μηνύματος», αλλά σαφώς και η Ουάσινγκτον και κυρίως τα θεωρούμενα «γεράκια» κατά της Κίνας εντός της διακυβέρνησης Τραμπ, οι υπουργοί Άμυνας και Εξωτερικών, Πιτ Χέγκσεθ και Μάρκο Ρούμπιο. Οι αεροναυτικές ασκήσεις ήλθαν με την ολοκλήρωση της περιοδείας του Πιτ Χέγκσεθ στην Ασία, όπου διαβεβαίωσε επί ιαπωνικού εδάφους ότι οι ΗΠΑ θα διασφαλίσουν «αξιόπιστη και στιβαρή» αποτροπή στον Ινδο-Ειρηνικό έναντι της επεκτατικότητας και της επιθετικότητας της Κίνας.

Καθώς οι στρατηγοί του Σι Τζινπίνγκ ξεκινούσαν αιφνιδιαστικά τη Δευτέρα τις αεροναυτικές ασκήσεις, απόρρητο εσωτερικό υπόμνημα με την υπογραφή του Πιτ Χέγκσεθ διέρρεε στην Washington Post, σκιαγραφώντας τη νέα αμυντική προσέγγιση των ΗΠΑ, η οποία και ορίζει ως ύψιστη προτεραιότητα την αποτροπή κατάληψης της Ταϊβάν από την Κίνα, την ενίσχυση της άμυνας των ΗΠΑ από απειλές στο «εγγύς εξωτερικό» (για παράδειγμα Διώρυγα του Παναμά, Γροιλανδία) καθώς και την δημιουργία της προαναγγελθείσας ασπίδας αεράμυνας «Golden Dome» και την επέκταση των πυρηνικών δυνάμεων, με παράλληλη αποστασιοποίηση από την Ευρώπη.

Η αναδιάταξη δυνάμεων στον Ειρηνικό περιλαμβάνει αύξηση της στρατιωτικής παρουσίας με υποβρύχια, βομβαρδιστικά, μη επανδρωμένα πλοία, ειδικές δυνάμεις στρατού και πεζοναυτών, καθώς και βόμβες για την καταστροφή βαθιά οχυρωμένων στόχων και υπόγειων καταφυγίων, σηματοδοτώντας την εδραίωση της «στροφής» προς την Ασία που προωθούν διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις.

Η συναλλακτική πολιτική που έχει φέρει ως νέα νόρμα στις διεθνείς σχέσεις ο Ντόναλντ Τραμπ και το κεφάλαιο της αβεβαιότητας στις συμμαχίες των ΗΠΑ που εγκαινίασε, η μονομερής προσέγγιση με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στο Ουκρανικό, οι βλέψεις του για τη Γροιλανδία και τη Διώρυγα του Παναμά, αλλά και το γεγονός ότι αποκαλεί τον Σι Τζινπίνγκ «καλό φίλο», έχουν θορυβήσει κατά πολύ την Ταϊπέι ως προς το μέλλον των σχέσεών της με τις ΗΠΑ. 

Ο συνδυασμός των διαβεβαιώσεων Χέγκσεθ και της διαρροής του υπομνήματος ήλθαν συνεπώς να προσφέρουν μία μεγάλη δόση καθησυχασμού στην Ταϊβάν που αγωνιά εάν θα είναι πιο ασφαλής ή πιο ευάλωτη επί προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει αμφισβητήσει δημόσια την «αξία» της, κατηγορώντας την ότι «κλέβει» τις επιχειρήσεις ημιαγωγών των ΗΠΑ και τονίζοντας ότι οφείλει να πληρώνει περισσότερα για την άμυνά της. 

Το ίδιο το υπόμνημα Χέγσκεθ καλεί να «πιεστεί» η Ταϊπέι να «αυξήσει σημαντικά» τις αμυντικές της δαπάνες -ο Τραμπ και συνεργάτες του έχουν μιλήσει για επενδύσεις 10% του ΑΕΠ, ποσοστό πολύ υψηλότερο από αυτό που δαπανούν οι ίδιες οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους για την άμυνα. Ανεξαρτήτως αυτού όμως «η Ταϊβάν δεν είχε δει ποτέ μια τόσο ξεκάθαρη δήλωση από τις Ηνωμένες Πολιτείες», κατά τον Σι Τζουν-τζι, πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας της Ταϊπέι. 

«Οι ΗΠΑ παρέχουν ισχυρές διαβεβαιώσεις στους συμμάχους και τους εταίρους στον Ινδο-Ειρηνικό ότι θα συνεχίσουν να έχουν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή», δηλώνει την ίδια στιγμή στον Guardian η Μπέθανι Άλεν, επικεφαλής του τμήματος ερευνών και ανάλυσης για την Κίνα στο think-tank Asia Society Policy Institute (ASPI), προσθέτοντας ότι οι διατυπώσεις του υπομνήματος Χέγκσεθ υπερβαίνουν προηγούμενες δηλώσεις από οποιαδήποτε αμερικανική κυβέρνηση, για να σημειώσει επίσης πως «αυτό που δεν βλέπουμε από την παρούσα κυβέρνηση είναι η επίκληση της αλληλεγγύης μεταξύ των δημοκρατιών ως λόγος για τις διαβεβαιώσεις των ΗΠΑ στην περιοχή».

Πάρα ταύτα, αναλυτές επισημαίνουν ότι η στάση Χέγκσεθ, καθώς και η καταδίκη που ήλθε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ του Μάρκο Ρούμπιο για τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις, θα πρέπει να «διαβάζονται» με κάποια επιφύλαξη, καθώς υπάρχει συχνά «απόσταση» ανάμεσα σε αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης και τον ίδιο τον Τραμπ που διατηρεί τον πρώτο λόγο. «Τα 'γεράκια' κατά της Κίνας στην κυβέρνηση δεν έχουν υπάρξει οι βασικοί καθοδηγητές στις πρόσφατες συζητήσεις για την εξωτερική πολιτική, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων της Γροιλανδίας, της Διώρυγας του Παναμά και του Καναδά» αναφέρει επίσης o Ρέιμοντ Κο, πολιτικός επιστήμονας στο Rand Corporation.

Όσο για την ίδια την Ταϊβάν, η Ρόρι Ντάνιελς, διευθύνουσα σύμβουλος του Asia Society Policy Institute (ASPI), επισημαίνει ότι πρέπει να κινηθεί προσεκτικά «για να μη θεωρηθεί ότι θέτει τις ΗΠΑ σε κίνδυνο» να εισέλθουν σε έναν δαπανηρό πόλεμο. Ως πρόεδρος, ο Λάι έχει υιοθετήσει μία πιο συγκρουσιακή στάση και έχει μεγάλη σημασία για το πώς θα ανταποκριθεί ο Τραμπ εάν εκλάβει τις ενέργειες της Ταϊπέι ως κλιμακούμενες. Η ίδια η Κίνα επιδιώκει να καταστήσει στα μάτια της Ουάσινγκτον τον Λάι Τσινγκ-τε «ταραξία» για να αποτρέψει τις Ηνωμένες Πολιτείες από να διατηρήσουν υψηλό βαθμό στήριξης στην Ταϊβάν. Το καθεστώς Σι επιχειρεί να σταθμίσει τον Τραμπ και να αναγνωρίσει αντίρροπες δυνάμεις στο επιτελείο του, ενόσω φέρονται να υπάρχουν συνομιλίες για την προετοιμασία μίας συνάντησης κορυφής των δύο προέδρων.