Πολλοί ακκίζονται πως δε θέλουν κυβερνητικούς θώκους, ενώ τους επιθυμούν διακαώς, κάνουν νάζια, δηλαδή, κάποιοι άλλοι ακκίζονται με τα κατορθώματά τους, υπερηφανεύονται και καμαρώνουν, ορισμένοι ακκίζονται με τα άτομα του άλλου φύλου, ερωτοτροπούν, συμπεριφέρονται προκλητικά και φιλάρεσκα. Οι πολιτικοί ακκίζονται, ναρκισσεύονται, μπροστά στις κάμερες. Πρόσφατα, επίσης, γνωρίσαμε το συντηρητικότατο πρόσωπο της αριστεράς να ακκίζεται, να καμώνεται αυτάρεσκα ότι προωθεί την πρόοδο, τη διαφάνεια και την ευημερία.
Το ακκίζομαι, λέξη που ανήκει στο απαιτητικό λεξιλόγιο της νέας ελληνικής, ήταν ?κκίζομαι στα αρχαία ελληνικά. Προέρχεται από το φανταστικό μυθικό τέρας, φόβητρο την ?κκώ, με την οποία οι γυναίκες – τροφοί φοβέριζαν τα μικρά παιδιά. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν η τροφός της θεάς Δήμητρος. Ετυμολογικά συγγενεύει με την ινδική λέξη akka (= μητέρα). Στα λατινικά η Acca Larentia ήταν αυτή που μεγάλωσε και έθρεψε το Ρωμύλο και τον Ρέμο, τους ιδρυτές και πρώτους βασιλιάδες της Ρώμης. Άλλα τέτοια τέρατα των παλαιών χρόνων ήταν η Μορμώ και η ?λφιτώ.
Ειδικά η ?κκώ εμφανιζόταν να μορφάζει με το είδωλό της στον καθρέφτη. Επειδή, όμως, όποια πολυκοιτάζεται στον καθρέφτη, δεν είναι πολύ συνετή, το προσωνύμιο ?κκώ δινόταν στις γυναίκες που ήταν φιλάρεσκες, χαζοχαρούμενες και ναζιάρες.
Ταυτόχρονα, το ?κκίζομαι σήμαινε αρχικά μορφάζω, προσποιούμαι και αποτελούσε το χαρακτηριστικό ρήμα με το οποίο τάχα οι γυναίκες έδειχναν αιδημοσύνη, ψευτοντροπή θα λέγαμε εμείς. Με το ίδιο ρήμα δήλωναν ότι τάχα δεν ξέρουν κάτι. Η έκφραση «ο?σθα, ?λλ'' ?κκίζει»(= γνωρίζεις, αλλά καμώνεσαι πως δεν ξέρεις) ήταν η αντίστοιχη δική μας «παριστάνεις τον ανήξερο».
Από όλη αυτήν την προσποίηση μάς έμεινε το νάζι. Προσθέσαμε την περηφάνεια και φτάσαμε στο νεοελληνικό ακκίζομαι που έχει συνώνυμά του τα χαριεντίζομαι, αυτοθαυμάζομαι, χαϊδολογιέμαι, καμαρώνω.
Ήλθε ως εμάς, ακόμη, το ομόρριζό του, ο ακκισμός, λεκτικός τύπος όλο νάζια, τερτίπια, καμώματα, τσαχπινιές και τσαλιμάκια.