Πολλές φορές αναλύουμε ακροθιγώς ζητήματα που μας απασχολούν. Καταπιανόμαστε, δηλαδή, με αυτά γενικά, χωρίς να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες.
Κάποτε κάποτε και οι πολιτικοί μας παρατηρούμε ότι ασχολούνται ακροθιγώς με τα προβλήματα που απασχολούν τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι επιδεικνύουν επιπολαιότητα, δεν τα παίρνουν τα πράγματα στα σοβαρά.
Ακροθιγώς, λοιπόν, για σήμερα, σύνθετη λέξη, με συνθετικά το ?κρον + θιγγάνω (= αγγίζω). Όταν λειτουργώ ακροθιγώς, μόλις που αγγίζω κάτι, δεν μπαίνω στα μύχια, δε θίγω την ουσία του.
Στα αρχαία μας κείμενα ευρεία χρήση είχε και το επίθετο ?, ? ?κροθιγής, τ? ?κροθιγές. ?κροθιγές φίλημα ήταν το απαλό φιλί που μόλις ακουμπούσε το αγαπημένο πρόσωπο.
Όσο για το επίρρημα, βλέπουμε στον Πεδάνιο Διοσκουρίδη (40 – 90 μ.Χ.), διάσημο γιατρό και φαρμακολόγο της αρχαιότητας, συμβουλές για τη δημιουργία φαρμάκων.
Όταν κάνει λόγο για «?κροθιγ?ς ?μβάπτειν», εννοεί προφανώς ότι μόνο λίγο θα βυθίσουμε κάτι σε ένα υγρό, απλώς θα το υγράνουμε.
Ας δούμε σήμερα τι μπορούμε να κάνουμε ακροθιγώς.
Να συζητήσουμε ένα θέμα, να κάνουμε μια ανάλυση, να εξετάσουμε μια κατάσταση. Σε αυτήν την περίπτωση δεν μπαίνουμε σε βάθος, αλλά κινούμαστε επιδερμικά.
Ένα λόγιο συνώνυμο του ακροθιγώς είναι το αδρομερώς. Πιο καθημερινοί εννοιολογικά συγγενείς λεκτικοί τύποι, μερικούς από τους οποίους αναφέραμε ήδη είναι: επιφανειακά, επιπόλαια. Προσθέτουμε μερικά ακόμη: σε γενικές γραμμές, διακριτικά. Αν θέλουμε να μιλήσουμε ακόμη πιο απλά, θα πούμε ότι θίξαμε τα πάνω – πάνω, ασχοληθήκαμε με τον αφρό.
Αντώνυμα του ακροθιγώς είναι τα: αναλυτικά, διεξοδικά, ενδελεχώς.
Προσπαθήσαμε, όσο μπορούσαμε να πάμε ένα βήμα πιο πέρα από το ακροθιγώς.