Ανάθημα - ανάθεμα

Ανάθημα - ανάθεμα

Λίγες ημέρες έχουν περάσει από την εθνική επέτειο και στο μεταξύ τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο. Η επικαιρότητα έχει τα δικά της, άλλα ευχάριστα, πολλά δυσάρεστα. Για όσα από τα δυσάρεστα δε θέλουμε να συνεχιστούν και να είναι οι συνέπειές τους καταστροφικές, υποσχόμαστε αναθήματα στους Αγίους και στο Θεό. Τα αναθήματα είναι αφιερώματα, από το ρήμα ?νατίθημι που σημαίνει αφιερώνω, δίνω, προσφέρω.

Οι αρχαίοι κατά κανόνα πρόσφεραν αναθήματα, αφιερώματα στα ιερά τους προς τιμήν των θεών ή των τοπικών ηρώων. Πλήθος τέτοια έχουν βρεθεί. Η συνήθεια αυτή χρονολογείται ήδη από την περίοδο της προϊστορίας, αφού μια από τις χρήσεις των κυκλαδικών ειδωλίων ήταν αναθηματική. Ήταν, με άλλα λόγια, δώρα προς τους θεούς. Στα ιστορικά χρόνια τα αναθήματα μπορεί να ήταν αγάλματα, κοσμήματα, αγγεία, καρποί και τόσα άλλα. Οι κούροι και οι κόρες των αρχαϊκών χρόνων χαρίζονταν στους θεούς και τις θεές από ανθρώπους που είχαν κάποια οικονομική επιφάνεια. Στα χριστιανικά χρόνια, στη συνέχεια, τα αναθήματα είναι τα γνωστά τάματα, που βλέπουμε μπροστά από τις εικόνες, αλλά και οι ίδιες οι εικόνες, τα ιερά σκεύη, ενδείξεις ευσέβειας και ευγνωμοσύνης των πιστών.

Άλλος τύπος για το ανάθημα ήταν το ανάθεμα. Το ανάθεμα ήταν επίσης ένα αντικείμενο – αφιέρωμα. Στα ελληνιστικά χρόνια απέκτησε τη σημασία του αντικειμένου, του προσώπου ή και ολόκληρης πόλης που προοριζόταν για την καταστροφή, τη θυσία για την ικανοποίηση του θείου θελήματος. Την ίδια σημασία βλέπουμε να έχει και στην Παλαιά Διαθήκη. Το ανάθεμα δεν έπρεπε να έχει άλλη χρήση, γιατί θα βεβηλωνόταν. Ο μόνος λόγος ύπαρξής του ήταν να καταστραφεί ολοκληρωτικά για χάρη του Θεού.

Οι πρώτοι χριστιανοί θεωρούσαν τα αναθέματα ασέβεια, αντικείμενα μαγείας και προσέδωσαν αρνητική χροιά στο περιεχόμενό τους. Στην Καινή Διαθήκη, όμως, αναθέματα χαρακτηρίζονται οι άνθρωποι, οι αφιερωμένοι στο Θεό και συνεπώς ξεχωριστοί, αλλά και όσοι είχαν χωριστεί από το Χριστό και από τους υπολοίπους πιστούς, άρα οι καταραμένοι.

Αυτή η ιδιαίτερη σημασία της λέξης προσδιόρισε και τη σημερινή έννοια της λέξης ανάθεμα ως κατάρας ή ως αποκοπής από την εκκλησιαστική κοινωνία. Αρκεί να θυμηθούμε το ανάθεμα του Ελευθερίου Βενιζέλου (12/25 Δεκεμβρίου 1916) από την Ιερά Σύνοδο και τους αντιβενιζελικούς.

Αναθηματικές και φυσικά όχι αναθεματικές στήλες στήνονται εις ανάμνηση ηρωικών κατορθωμάτων ή σπουδαίων γεγονότων.

Αναθεματικές στήλες δεν υπάρχουν. Το ανάθεμα είναι λεκτικός τύπος φορτισμένος αρνητικά πλέον. Για το ανάθεμα έχουμε τους λίθους ή τις πέτρες του αναθέματος σαν κι αυτές που έριξαν στο Πεδίο του Άρεως, για να αναθεματίσουν τον Ελευθέριο Βενιζέλο, επειδή προχώρησε στο σχηματισμό της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας και ενέπλεξε την Ελλάδα στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο.

Μεταφορικά ρίχνουμε την πέτρα του αναθέματος σε όποιον μας φορτίζει αρνητικά, του επιρρίπτουμε τις ευθύνες για κάτι. Τον στέλνουμε στ'' ανάθεμα, και λέμε από μέσα μας ή και δυνατά: ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκε μπροστά μας.

Κάποιες φορές το ανάθεμα απευθύνεται στον ίδιο μας τον εαυτό, γιατί κάναμε για πολλοστή φορά την ίδια ανοησία. Αυτοσαρκαζόμενοι λέμε: πανάθεμά με, ανάθεμα κι αν κατάλαβα τι έπραξα! Βέβαια, μπορεί απλώς να χαριτολογούμε και να αυτοθαυμαζόμαστε: πανάθεμά με, θα αναφωνήσουμε πάλι, είμαι σπουδαίος!

Από το ευλογημένο ανάθημα στο αναθεματισμένο ανάθεμα πολύ μικρή και ταυτόχρονα πολύ μεγάλη η εννοιολογική διαφορά.