Αψίκορος

Αψίκορος

Μια που οι μέρες που έρχονται είναι γιορτινές, θα φάμε αρκετά, θα διασκεδάσουμε κιόλας, θα κάνουμε λόγο για τον αψίκορο, αυτόν που χορταίνει γρήγορα και όχι μόνο.

?ψίκορος η αρχική μας λέξη, σύνθετη με πρώτο συνθετικό το ?πτω (=δένω, ανάβω, αγγίζω, συνάπτω, προσαρμόζω) και κόρος (=κορεσμός, πληρότητα). Ο ?ψίκορος, λοιπόν, είναι αυτός που με το που αγγίζει το φαγητό νιώθει πληρότητα και, αν και είναι πεινασμένος, μόλις τρώει λίγο, του περνά η επιθυμία. Ο ?ψίκορος, όμως, μπορεί να μην νιώθει την όρεξη να συνεχίσει το φαγοπότι, αλλά έχει τη διάθεση να δοκιμάσει κάτι καινούργιο. Συνεπώς, ?ψίκορος κατέληξε να είναι ο δύσκολος.

Ο Αριστοτέλης χαρακτήριζε τους νέους ?ψικόρους πρ?ς τ?ς ?πιθυμίας. Εννοούσε με αυτό ότι δεν ήταν εύκολο να τους ικανοποιήσει κανείς.  Άλλωστε είναι το χαρακτηριστικό της νεότητας να μην αρκείται σε ένα, αλλά να προσπαθεί για δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πάει λέγοντας. Θέλει όλα να τα γευτεί, από όλα να δοκιμάσει. Έχει έντονες αλλά σύντομες επιθυμίες.

Η λέξη αψίκορος έφθασε σε μας με τη σημασία αυτού που έχει μέσα του το ανικανοποίητο. Κυνηγά με ενθουσιασμό κάτι και, όταν το αποκτήσει, ορέγεται ένα διαφορετικό. Ακόμα και η διάθεση του αψίκορου μεταβάλλεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Τον αφήνουμε  χαρούμενο και μετά τον βρίσκουμε λυπημένο. Πότε είναι ήρεμος, πότε αγχωμένος και μελαγχολικός.

Πιο συχνά ο λεκτικός τύπος στα νέα ελληνικά έχει τη σημασία του οξύθυμου. Ο αψίκορος θυμώνει εύκολα, επομένως δεν είναι να τον συγχύζουμε. Του ανακοινώνουμε ένα γεγονός και η γαλήνια έκφρασή του μεμιάς γίνεται οργισμένη. Με άλλα λόγια, είναι αψίθυμος, ευέξαπτος,  οργίζεται με το παραμικρό. Θα μπορούσαμε να τον πούμε κυκλοθυμικό.

Από το φαγητό ξεκινήσαμε και στη διάθεση καταλήξαμε. Αυτό έχουν οι λέξεις που ανήκουν στο απαιτητικό λεξιλόγιο όπως η σημερινή.

Αντώνυμα του λήμματος μπορούν να θεωρηθούν ο πράος, σταθερός, αυτάρκης.