Αυδή

Αυδή

Σταχυολογώντας την επικαιρότητα βλέπουμε πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα που μας αφήνουν χωρίς αυδήάναυδους δηλαδή, δίχως μιλιά, δίχως λαλιά.

? α?δή είναι η ανθρώπινη φωνή. Είναι λέξη ομηρική, την συναντάμε στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια με κυριολεκτική και μεταφορική σημασία. Στην Ιλιάδα, για παράδειγμα, στην Α'' ραψωδία, στ. 249, από το στόμα του Νέστορα  μέλιττος γλυκίων ?έεν α?δ?, έβγαιναν λόγια πιο γλυκά κι απ'' το μέλι. Γρήγορα ο λεκτικός τύπος χρησιμοποιήθηκε ποιητικά, για να αποδώσει τον ήχο της τεντωμένης χορδής του τόξου, τον χρησμό, τη φήμη ή ένα τραγούδι.

Στο λεξιλόγιο των παλιών μας ελληνικών έχουμε το ρήμα α?δάω- ? (= φωνάζω, κραυγάζω), το επίθετο α?δήεις, - εσσα (=αυτός που έχει ανθρώπινη γλώσσα ή φωνή), τον ?ναυδον (=άφωνο), που έχει επιζήσει και στις μέρες μας.

Ας δούμε, όμως, πόση αυδή έχουμε στα ελληνικά που μιλάμε τώρα. Φοβόμαστε πως καθόλου, γιατί αντί της ομηρικής α?δ?ς, έχουμε τη φωνή, την ομιλία, τη λαλιά, τη γλώσσα, το λόγο, τη ρήση. Την α?δή, όμως, που χάσαμε την ξαναβρίσκουμε στο επίθετο άναυδος. Το άναυδος είναι ισοδύναμο του άφωνος, κατάπληκτος, αποσβολωμένος.

Μείναμε άναυδοι, λοιπόν, από τη φρίκη των εικόνων στο Χαλέπι, από τη συμπεριφορά και τον τρόπο έκφρασης των πολιτικών στη Βουλή, από τις ψευδείς ειδήσεις και την ταχύτητα με την οποία ο κόσμος τις αποδέχεται.

Μπορεί, λοιπόν, να έπεσε σε αχρησία η αυδή, ζει και βασιλεύει, όμως, στα ομόρριζα άδω (= τραγουδώ), στα άσματα, των παιδικών φωνών που είπαν τα κάλαντα, στην ωδή, στο γλυκόλαλο αηδόνι, που θα κελαηδήσει μελωδικά την άνοιξη και σε τόσα άλλα παράγωγά τους.

Άφησε απογόνους η αυδή, μαζί με ένα ωραίο λογοπαίγνιο:

Μένω άναυδος κι εγώ Σόλωνος!

Συνώνυμα του άναυδος, που δεν αναφέραμε: βουβός, μουγγός, ενεός, εκστατικός, εμβρόντητος, με ανοιχτό στόμα!