Εναργής

Εναργής

Για τον εναργή ο λόγος σήμερα, τον καθαρό, ευκρινή, σαφή. Λέξη παλιά ομηρική, την συναντάμε στην Οδύσσεια ως χαρακτηριστικό των θεών. Ο? γάρ πως πάντεσσι θεο? φαίνονται ?ναργε?ς, μας λέει ο Όμηρος, εννοώντας ότι οι θεοί δεν γίνονται αντιληπτοί από όλους με ακρίβεια (στ. Π 161). Φυσικό ήταν αυτό, εξάλλου, επειδή όλοι οι θνητοί δεν είχαν την δυνατότητα να διακρίνουν τη θεϊκή παρουσία.

και ?ργ-ής τα συνθετικά της λέξης και αυτό το ?ργ – μας παραπέμπει στο επίθετο της γλώσσας μας ?ργός, που είναι ο λευκός, ο φωτεινός. Στην ίδια οικογένεια με τον ?ργό βρίσκεται ο ?ργυρος, το ασήμι, που έχει εξάλλου χρώμα άσπρο.

Eάν, δεχθούμε την παραπάνω ετυμολογική εκδοχή, όποιος είναι εναργής έχει κάτι από την πολύτιμη σύσταση του αργύρου και από την ομορφιά του φωτός.

Υπάρχει και μια άλλη που θέλει τον εναργή να είναι ?ν ?ργ?, δραστήριος, άρα ζωντανός και πραγματικός.

Στα αρχαία μας χρόνια τον ?ναργ? μπορούσε να τον ακουμπήσει κάποιος να τον ψηλαφίσει, ήταν αληθινός. ? ?ναργής εμφανιζόταν και στον ύπνο ως παρουσία με σάρκα και οστά, την οποία θυμόταν κανείς μόλις ξυπνούσε.

Σήμερα εναργής είναι η αφήγηση, που απολαμβάνουμε να την ακούμε, γιατί όλα τα σημεία της δίνονται με τις απαραίτητες, αλλά και ουσιαστικές λεπτομέρειες.

Εναργείς ενδέχεται να είναι και οι χαρακτήρες των μυθιστορηματικών ηρώων, όταν το πορτρέτο τους ζωγραφίζεται από τον συγγραφέα, εναργώς, με ενάργεια, σαφήνεια και ευκρίνεια.

Εναργή και τα επιχειρήματα εκείνου που γνωρίζει το θέμα σε μια συζήτηση, εναργή και τα τεκμήρια που προσκομίζει, για να στηρίξει τις θέσεις του.

Εναργώς εναργολεξιλογήσαμε για τον εναργή, που, αν είναι λίγο πιο ξεκάθαρος, γίνεται εναργέστερος, ενώ ο πιο λαμπρός και φωτεινός από όλους, σαν την ηλιόλουστη καθάρια μέρα, είναι ο εναργέστατος.

Αντώνυμα του λήμματος: σκοτεινός, δυσδιάκριτος, απροσδιόριστος, δυσνόητος, συγκεχυμένος και ακαθόριστος, με άλλα λόγια ασαφής.