Είναι αλήθεια ότι οι ηλεκτρονικές εφημερίδες έχουν εξοστρακίσει τις τυπωμένες και η κινητή τηλεφωνία έχει εξοστρακίσει εν πολλοίς τη σταθερή. Ακόμη, το ευρώ εξοστράκισε τα εθνικά νομίσματα, το μάρκο, τη λιρέτα, το φράγκο, ακόμη και τη δραχμή. Αυτό σημαίνει ότι αφενός η τεχνολογία απομάκρυνε τον έντυπο λόγο, περιόρισε τη χρήση του παραδοσιακού τηλεφώνου και αφετέρου με το ευρώ έπαυσαν να χρησιμοποιούνται τα νομίσματα της κάθε χώρας.
Ταυτόχρονα, κάποιες φορές, οι σφαίρες εξοστρακίζονται, παίρνουν, δηλαδή, μια πορεία, προσκρούουν κάπου με μεγάλη ταχύτητα και στη συνέχεια αλλάζουν κατεύθυνση. Στην αλλαγή της κατεύθυνσης, όμως, μπορεί να χτυπήσουν το λάθος στόχο, με αποτέλεσμα οι συνέπειες να είναι οδυνηρές. Ακόμη και οι άνθρωποι εξοστρακίζονται από τον κοινωνικό τους περίγυρο, απομονώνονται, διώχνονται.
Αυτή η τελευταία σημασία βρίσκεται πιο κοντά στην αρχαιοελληνική. Το ρήμα δήλωνε την ποινή του εξοστρακισμού. Η συγκεκριμένη τιμωρία προέβλεπε ότι η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε την εξορία ενός πολιτικού προσώπου με την αναγραφή του ονόματός του πάνω σε ένα κομμάτι από σπασμένο αγγείο, που λεγόταν όστρακο. Τα αγγεία υπήρχαν σε αφθονία στην αρχαιότητα, τα χρησιμοποιούσαν για μεταφορές αντικειμένων, ως δοχεία, ως αφιερώματα. Έσπαζαν συχνά, επομένως τα κομμάτια τους, αντί να τα πετούν, τα είχαν για γραφική ύλη. Κάποια από τα σπασμένα όστρακα, μάλιστα, τα έβαζαν πάνω στο οδόστρωμα μαζί με άμμο. Δημιουργούσαν ένα υλικό για τους δρόμους ανάλογο με το σημερινό τσιμέντο.
Ο εξοστρακισμός ονομαζόταν αλλιώς οστρακισμός. Η περίεργη αυτή διαδικασία καθιερώθηκε από τον Κλεισθένη, που θεωρείται ο θεμελιωτής της αθηναϊκής δημοκρατίας το 510 π.Χ. Έχοντας στο μυαλό του την προηγούμενη ταραγμένη περίοδο της τυραννίας του Πεισιστράτου και για να προλάβει ενδεχόμενη νέα κατάλυση του πολιτεύματος, όρισε μία φορά το χρόνο να συγκεντρώνονται οι Αθηναίοι, για να αποφασίσουν αν ήθελαν εξοστρακισμό ή όχι. Αν επιθυμούσαν, ακολουθούσαν τη διαδικασία του να γράφουν το όνομα του επιφανούς, επικίνδυνου πάνω στο όστρακο. Για να εξοριστεί, έπρεπε να συγκεντρώσει πάνω από 6.000 όστρακα με το όνομά του.
Αρκετοί διάσημοι Αθηναίοι είχαν πάρει το δρόμο της δεκάχρονης εξορίας, μεταξύ αυτών ο Ξάνθιππος, πατέρας του Περικλή, ο Αριστείδης, που οργάνωσε την αθηναϊκή συμμαχία, ο Θεμιστοκλής, που οχύρωσε την Αθήνα με τείχος, εξόπλισε την πόλη με πλοία, πρωταγωνίστησε στη Σαλαμίνα, ο Αλκιβιάδης κ. ά.
Το μέτρο αυτό, ενώ φαινομενικά έδινε την ευκαιρία στους Αθηναίους να απαλλαγούν από κάποιους αλαζόνες και επικίνδυνους συμπολίτες τους, γρήγορα έγινε ένας τρόπος να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι σε πρόσωπα που απλώς τα φθονούσαν ή άκουγαν ότι οι άλλοι τα φθονούν. Όλοι μας από τα σχολικά χρόνια γνωρίζουμε το περιστατικό που παραδίδει ο Πλούταρχος για τον Αριστείδη. Τον Αριστείδη, το 482 π. Χ., συνάντησε κάποιος αγροίκος στην αγορά και του έδωσε ένα όστρακο, ζητώντας του να γράψει πάνω σε αυτό το όνομα «Αριστείδης», για να τον εξοστρακίσουν. Όταν ο Αριστείδης έκπληκτος τον ρώτησε τι κακό έχει κάνει τέλος πάντων αυτός ο Αριστείδης, εκείνος δεν ήξερε να απαντήσει και είπε: «Δεν ξέρω τον κύριο, αλλά βαρέθηκα να ακούω να τον αποκαλούν παντού Δίκαιο».
Το μέτρο αυτό διατηρήθηκε στην Αθήνα μέχρι το 416 π.Χ. Τελευταίος που εξοστρακίστηκε ήταν ο Υπέρβολος, που και αυτός όπως λέει η παράδοση δεν επρόκειτο να καταλύσει το πολίτευμα, αλλά απλώς ήταν κακός άνθρωπος.
Κατά την άποψή μου, ο εξοστρακισμός ήταν ένα από τα μελανά σημεία της αθηναϊκής δημοκρατίας, αφού εκείνος που αποφάσιζε η Εκκλησία του Δήμου να εξοστρακιστεί δεν είχε δικαίωμα να πει την άποψή του, για να δικαιολογήσει και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Έτσι, το μέτρο κατέληξε να γίνει εφιάλτης της αθηναϊκής δημοκρατίας, τρόπος εξόντωσης πολιτικών προσώπων.
Τη συνήθεια ακολούθησαν κι άλλες πόλεις εκτός από την Αθήνα, όπως το Άργος, τα Μέγαρα, η Μίλητος, οι Συρακούσες.
Το ρήμα ?ξοστρακίζω το βλέπουμε, επίσης, σε μεταφορικές εκφράσεις όπως ?μφορεύς ?ξοστρακισθείς (σπασμένο αγγείο), ?πόλλων κ?ξοστρακισθείς ?κ το? ο?ρανο? (Απόλλων εξόριστος από τον ουρανό).
Υπήρχε και το ?ποστρακίζω στα κείμενα της αρχαιότητας. Ήταν το γνωστό παιχνίδι να ρίχνουν θραύσματα αγγείων πλακουτσωτά ή πέτρες πάνω στη θάλασσα με στόχο να πηδήξουν στην επιφάνειά της όσο το δυνατόν περισσότερες φορές. Το παιχνίδι αυτό είναι γνωστό στις μέρες μας ως παίζω πετραδάκια, παίζω παξιμαδάκια, παίζω βατραχάκια. Σημειώνεται ότι το ρεκόρ στον εποστρακισμό είναι οι 51 αναπηδήσεις και το κρατά ο Ράσελ Μπίαρς, ένας αμερικανός μηχανικός.
Υπήρχε ακόμη το ?ποστρακίζω με την έννοια του ψήνω, ξεραίνω κάτι στη φωτιά, για να γίνει σκληρό σαν όστρακο. Αργότερα, όμως, και αυτού η έννοια ταυτίστηκε με του εξοστρακίζω.
Εμείς, όταν λέμε εξοστρακίζω, εννοούμε εξορίζω, διώχνω, εκτοπίζω, απομακρύνω. Ας μην ξεχνάμε τους ποδοσφαιρόφιλους, που, όταν λένε ότι η μπάλα εξοστρακίστηκε, εννοούν ότι χτύπησε στο τείχος της άμυνας και άλλαξε πορεία. Προσδίδουν κι εκείνοι στις λέξεις λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις.