Με αφορμή την ημέρα της γυναίκας, μια μικρή γλωσσική ενασχόληση με το «αδύνατο φύλο», «ωραίο φύλο» ή κατ'' άλλους «ασθενές φύλο» που έχει την τιμητική του.
Γυναικολεξιλογούμε, λοιπόν, κάνοντας την παρατήρηση ότι η λέξη γυνα?κα είναι αιτιατική του ουσιαστικού ? γυνή, τ?ς γυναικός και επικράτησε ως λεκτικός τύπος έναντι της ονομαστικής. Αρχικά δήλωνε ένα πρόσωπο θηλυκού γένους. Στον πληθυντικό, όμως, α? γυνα?κες ήταν οι υπηρέτριες, οι θαλαμηπόλοι. Η κλητική ? γύναι πολύ συχνά χρησιμοποιούνταν ως ένδειξη σεβασμού ή στοργής.
Είναι εντυπωσιακό ότι στην ελληνική γλώσσα, αλλά και σε άλλες ινδοευρωπαϊκές, ο τύπος γυνή δήλωνε την σύζυγο, για να την ξεχωρίσει από την παρθένο, το ανύπανδρο κορίτσι. Ο συγκεκριμένος λεκτικός τύπος εκτόπισε άλλους που σήμαιναν την σύζυγο, δηλαδή τις λέξεις σύνευνος, ?λοχος, δάμαρ.
? γυνή, όμως, στην αρχαιότητα ήταν και η κοινή θνητή σε αντίθεση προς την θεά. Αυτό αδικεί ορισμένες γυναικάρες, που είναι τόσο όμορφες στο σώμα και στο χαρακτήρα, σαν αληθινές θεές. Παράλληλα η ίδια λέξη περιέγραφε το θηλυκό ταίρι των ζώων.
Μια σειρά από σύνθετα και παράγωγα με πρώτη ύλη την γυνα?κα βρίσκονται στο λεξιλόγιο των παλαιότερων ελληνικών, μερικά από τα οποία είναι ακατάλληλα για ανηλίκους.
Αυτόν που του άρεσαν υπερβολικά οι γυναίκες τον αποκαλούσαν γυναικεραστή· εμείς θα τον λέγαμε γυναικά ή λιγότερο τιμητικά γυναικάκια. Το τελευταίο κρύβει μέσα του ειρωνικό περιφρονητικό ύφος, γιατί γυναικάκιας είναι εκείνος που τον τραβούν οι γυναίκες από την μύτη.
Για τους άνδρες, που είχαν ορισμένα γυναικεία χαρακτηριστικά, υπήρχε ο όρος γυναικανήρ, κάτι σαν το γυναικωτό, της νέας ελληνικής.
Ο τρωικός πόλεμος, που έγινε για χάρη μιας γυναίκας, ? τ?ν γυνα?κα ?κδικ?ν, καλούνταν γυναικόποινος, επειδή προέβλεπε τιμωρία για τον μυθικό γυναικόκλωπα Πάριν (=τον κλέφτη γυναικών Πάρι), που απήγαγε την ωραία Ελένη.
Εκείνος που δεν μπορούσε να κάνει χωρίς γυναίκες ήταν τι άλλο, γυναικομανής. Ο γυναικοπίπης, (γυνα?κα + ?πιπτεύω, την κοιτάζω από την κλειδαρότρυπα) θεωρούνταν διεστραμμένος, επειδή παρακολουθούσε τις γυναίκες σε ιδιαίτερες και προσωπικές στιγμές. Για να κορέσει την γυναικομανία του ενίοτε ανέβαινε στον γυναικ?να, στον γυναικωνίτη, όπως λέμε εμείς, το ξεχωριστό μέρος του σπιτιού των αρχαίων χρόνων τουλάχιστον στην Αθήνα. Εκεί οι γυναίκες περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους, ασχολούμενες με τις οικιακές τους εργασίες και με την επιμέλεια των παιδιών. ? γυναικών είχε ωραία αυλή, τη γυναικωνίτιδα α?λήν. Σε αυτήν έπαιζαν αγόρια και κορίτσια όλα μαζί, αφού και τα αγόρια βρίσκονταν κοντά στην μητέρα τους μέχρι την ηλικία των επτά χρόνων.
Ο άνδρας της εποχής εκείνης χαϊδευτικά αποκαλούσε την γυναίκα του γύναιο. Αν σήμερα καλέσει το ταίρι του κάποιος χαϊδευτικά έτσι, είναι απολύτως βέβαιο ότι εκείνο θα παρεξηγηθεί. Εξίσου προσβλητική τώρα είναι και η επίκληση γυναικούλα.
Για τις γυναίκες λέχθηκαν και λέγονται πολλά:
- π?ρ, γυνή κα? θάλασσα, δυνατά τρία. Αυτή αποδίδεται στον Αίσωπο (620 – 564 π.Χ.), τον δύσμορφο δούλο που καταγόταν μάλλον από τη Φρυγία και θεωρείται ο πρώτος συγγραφέας αλληγορικών ιστοριών. Μια άλλη εκδοχή της παραπάνω φράσης είναι θάλασσα κα? π?ρ κα? γυνή τρίτον κακόν, που την ξέρουμε μάλλον από τον κωμωδιογράφο του 4ου αιώνα π.Χ., τον Μένανδρο, εισηγητή του ποιητικού είδους της Νέας κωμωδίας, με περιεχόμενο όχι την πολιτική ζωή, αλλά πρόσωπα και καταστάσεις της καθημερινότητας. Σύμφωνα με αυτούς, η γυναίκα είναι ένα από τα τρία μεγάλα κακά που μπορεί να συμβούν στην ανθρωπότητα με ανάλογες συνέπειες με αυτές της πυρκαγιάς και της θαλασσινής φουρτούνας.
- ?κ γυναικός ?ρρύη τ? φα?λα (= από την γυναίκα προέρχονται κακά πράγματα, δηλαδή η απώλεια του Παραδείσου λόγω της Εύας): Την είπε ο βυζαντινός αυτοκράτορας Θεόφιλος (813 – 842 μ.Χ.) της δυναστείας του Αμορίου, στην Κασσιανή, μια από τις καλλονές της εποχής και υποψήφια νύφη, θέλοντας να την πειράξει και τρόπον τινά να την γοητεύσει με το ευφυολόγημά του. Στην παρατήρηση αυτή, η πραγματικά εύστροφη Κασσιανή απάντησε «κα? ?κ γυναικός τ? κρείττω» (=και από την γυναίκα τα καλύτερα, εννοώντας την Παναγία ως μητέρα του Θεανθρώπου, η οποία υπερέβη την γυναικεία φύση της).
- γυναιξί κόσμον ? σιγή φέρει: Η σιωπή για τις γυναίκες είναι στολίδι. Το γυναικομάνι, γυναικολόι, γυναικοπαρέα είναι αλήθεια ότι αρέσκεται στη φλυαρία, επομένως η σιγή, κατά τον Σοφοκλή στην τραγωδία «Α?ας», είναι κόσμημα.
- ?ρκους γυναικός ε?ς ?δωρ γράφω: Πάλι ο Σοφοκλής σχολιάζει την απιστία των γυναικών στα σωζόμενα «?ποσπάσματα».
- σ?ν γυναιξ? κα? τέκνοις: παρμένη από τις «Πράξεις τ?ν ?ποστόλων», χρησιμοποιείται για άνδρες κυρίως που πηγαίνουν κάπου φέρνοντας μαζί τους όλο τους το σόι.
- ? δ? γυνή ?να φοβ?ται τ?ν ?νδρα: Και αυτή από το ευαγγελικό κείμενο και μάλιστα από την «Πρ?ς ?φεσίους» επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Την ακούμε στο μυστήριο του γάμου. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι το φοβο?μαι στα αρχαία μας κείμενα και στα μεταγενέστερα είχε την έννοια του σέβομαι. Επομένως αυτό που προτείνει το ρητό είναι ο σεβασμός και όχι ο τρόμος μπροστά στο ανδρικό φύλο. Άρα άδικα εξεγείρονται οι απανταχού φεμινίστριες.
Ο γλωσσικός κατάλογος για τις γυναίκες είναι μακρύς και ατελείωτος. Εκτός από όσα είπαμε προηγουμένως ας αναφέρουμε γυναίκαρο, γυναικοθήρα, γυναικίσιο, γυναικόπαιδα, γυναικολόγο, μισογύνη, παλιογυναίκα, χοντρογυναίκα, γυναικόδουλο και πάει λέγοντας ...
Η γυναίκα είναι διάσημη και στη λογοτεχνία. Την έχουν υμνήσει ποιητές και ποιήτριες και έχουν γράψει για τα πάθη της και τους καημούς της οι πεζογράφοι. Εμείς θα κλείσουμε με ένα μικρό απόσπασμα από την συλλογή «Προσανατολισμοί» του Οδυσσέα Ελύτη.
Επίγραμμα
Πριν απ'' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ'' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.
Είναι φανερό ότι στην πένα του Ελύτη ο λεκτικός μας τύπος αποκτά ιδιαίτερη σημασιολογική φόρτιση.