Τα ινδάλματά μας, τα πρόσωπα που απολαμβάνουν τον μεγάλο μας θαυμασμό, έχουν κι αυτά την δική τους ζωή, τους καημούς, τα πάθη, τις δυσκολίες τους. Αυτό το επισημαίνουμε, γιατί πρόσφατα ασχοληθήκαμε με το διαζύγιο δύο ινδαλμάτων που στην ζωή ήταν ζευγάρι.
Το ίνδαλμα, λοιπόν, είναι ένα είδωλο, που οι άνθρωποι το αγαπούν υπερβολικά, παρακολουθούν την δράση του και προσπαθούν να το μιμηθούν.
Η λέξη βγαίνει από το ρήμα ?νδάλλομαι που σημαίνει παρουσιάζομαι, φαίνομαι. Αυτό το ?νδάλλομαι προκύπτει από το ?δε?ν, το απαρέμφατο αορίστου β'' του ?ρ?. Συνεπώς το ίνδαλμα συγγενεύει ετυμολογικά με την ιδέα, την ιδεολογία, τον ιδεολόγο και το είδωλο.
Αν και το ?νδάλλομαι είναι ρήμα ομηρικό, το ?νδαλμα πρωτοεμφανίζεται στα ελληνιστικά χρόνια. Περιγράφει την εικόνα, την αναπαράσταση, το φάντασμα.
Εμείς οι Νεοέλληνες έχουμε άλλα ινδάλματα εκτός από τα πρόσωπα ως αντικείμενα λατρείας; Έχουμε τα ακουστικά ινδάλματα, την γνώση για την προφορά μιας λέξης. Ηχεί στα αυτιά μας το άκουσμα μιας λέξης ως ίνδαλμα και ανάλογα την προφέρουμε ή την αποτυπώνουμε φωνητικά. Αν ακόμη είμαστε ορθογράφοι, έχουμε και το ακριβές οπτικό ίνδαλμα της λέξης στο μυαλό μας. Ξέρουμε να την γράφουμε σωστά.
Υπάρχουν και οι ιδεατές εικόνες των πραγμάτων που είναι κι αυτές ινδάλματα, όπως τα ινδάλματα της ηδονής του Κ. Π. Καβάφη. Τότε, μια ανάμνηση από αυτό που ζήσαμε μας έρχεται στο νου ως μνήμη όπως στην Θάλασσα του πρωιού του ποιητή.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ' εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ' αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ' εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Μια που φθινοπώριασε, οι αναμνήσεις του καλοκαιριού ως ινδάλματα!