Ο Ιούνιος που μπήκε για τα καλά λέγεται αλλιώς Κερασάρης ή Κερασινός, γιατί το μήνα αυτό βγαίνουν τα κεράσια, τα όμορφα και εύγευστα αυτά φρούτα με τις εξαιρετικά ευεργετικές ιδιότητες για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Λέξη αρχαία, από τον πολύ παλιό λεκτικό τύπο ? κέρασος, το? κεράσου από τον οποίο προήλθε το φρούτο που εξετάζουμε ως υποκοριστικό. Το κεράσιον δηλώνει τον μικρό κέρασον, όπως κάθε κατάληξη -ιον είναι ένδειξη υποκορισμού (π.χ. κοράσιον, δενδρύλλιον κ.ά.). Το λεκτικό τύπο τον δανειστήκαμε από τη Μικρά Ασία, αφού υπάρχει σε αυτή το τοπωνύμιο Κερασούς. Αναφερόμαστε, όπως καταλαβαίνετε στην Κερασούντα του Πόντου, σημερινή τουρκική πόλη Giresun, πανάρχαιη ελληνική αποικία του 6ου αιώνα π.Χ. Ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη του Πόντου με ακμαίο ελληνικό πληθυσμό και έντονη εμπορική δραστηριότητα μέχρι το 1922. Μάλιστα η λεκτική ρίζα ke-ra-su είναι μυκηναϊκή και στις πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής αποτελεί όνομα ανθρώπου.
Τι πιο ωραίο να σε λένε Κερασή ή Κερασιά, γιατί έχεις κόκκινο χρώμα και ομορφιά σαν της κερασιάς; Το γυναικείο όνομα Κερασιά, διατηρείται και σήμερα, ενώ δεν έχω ακούσει κάποιον που να τον λένε Κερασή. Ο κερασής αποτελεί επίθετο της νέας ελληνικής, για να περιγράψει αυτόν που έχει το όμορφο χρώμα του κερασιού. Το κερασί φουστάνι και τα κερασιά τα χρώματα φτιάχνουν τη διάθεση και διώχνουν τη μαυρίλα. Ζωγραφίζουν το τοπίο με κερασιές πινελιές. Στα αρχαία μας κείμενα, μάλιστα, ο κερασής ήταν κερασόχροος, λέξη ποιητική.
Στα λατινικά το κεράσι είναι cerasus και αποτελεί τη βάση για το αγγλικό cherry, το γαλλικό cerise, το γερμανικό Kirshe, ακόμα και το τουρκικό kiraz.
Ας έλθουμε στα νεοελληνικά κεράσια τώρα, όχι στα ωραία δροσερά και καλοκαιρινά, αλλά στα άλλα, τα μεταφορικά. Λέμε, λοιπόν: Όπου ακούς πολλά κεράσια κράτα και μικρό καλάθι. Αυτό ισχύει, όταν μας τάζουν υπερβολικά πολλά πράγματα, σπουδαία και μεγάλα, αλλά εμείς από την εμπειρία μας ξέρουμε ότι πρέπει να κατεβάσουμε χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών. Έχουμε, επίσης, το κερασάκι στην τούρτα, κάτι που προστίθεται σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση και την κάνει ακόμη δυσκολότερη. Αυτό το κερασάκι στην τούρτα είναι μεταφραστικό δάνειο από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Τhe cherry on the cake ή la cherise sur le gateau αναφωνούν κι εκείνοι, όταν, μετά από τόσες υποχρεώσεις, έχουν άλλη μία. Αν θέλουμε να πούμε ότι κάτι θα κρατήσει λίγο ή θα γίνει σύντομα χρησιμοποιούμε την έκφραση: απ'' το Μάη ως τα κεράσια (από το Μάιο ως τον Ιούνιο). Άλλο σχήμα λόγου στη γλώσσα μας είναι τα χείλη σαν κεράσια, κόκκινα και λαχταριστά, να τα καμαρώσεις και να τα φιλήσεις.
Οι Γερμανοί, ωστόσο, έχουν μια άλλη έκφραση με κεράσια: mit ihm, ihr ist nicht gut Kirshen essen. Με αυτόν δεν τρώει κανείς καλά κεράσια, δεν μπορεί να συνεννοηθεί, δεν τα βγάζει πέρα.
Οι γυναίκες στην Κερασούντα έφτιαχναν πολύ ωραία γλυκά του κουταλιού με κεράσι, αλλά και την περίφημη κερασόπιτα ή kiraz turtas? όπως την λένε σήμερα οι Τουρκάλες τώρα πια νοικοκυρές.
Η κερασιά εκτός από δέντρο και βαφτιστικό όνομα Κερασία ή Κερασιά, είναι επίσης τοπωνύμιο (Εύβοια, Άγραφα).
Ομόρριζη λέξη είναι το πετροκέρασο, η ποικιλία του κερασιού, που μας θυμίζει το γνωστό τραγούδι της αείμνηστης Αλίκης: χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο ... Γεύση γλυκόξινη, ωραία όψη, γίνεται γλυκό και μαρμελάδα. Στην ίδια κατηγορία ετυμολογικώς είναι το αγριοκέρασο, το ξινοκέρασο και το χαμοκέρασο. Αυτό το τελευταίο είναι η αγριοφράουλα των ημιορεινών περιοχών.
Από το λεξιλογικό κεράσι προκύπτει και ο θάμνος δαφνοκέρασο, που διακοσμεί τους εξωτερικούς μας χώρους. Είναι όμορφος και καταπράσινος και βγάζει κάτι μικρά κερασένια μπαλάκια την εποχή της καρποφορίας.
Κερασολεξιλογήσαμε αρκετά, τόσο που λαχταρήσαμε ένα κερασάκι, όχι αυτό της τούρτας, αλλά ένα δροσερό, γλυκό και ζουμερό. Και μετά λικεράκι κεράσι, που κάνει καλό στη χώνεψη.