Πεύκο

Πεύκο

Άλλη μια λέξη χαρακτηριστική του ελληνικού τοπίου, το πεύκο. Έγινε ουδέτερο στα νέα ελληνικά, ενώ πέρασε μια μεγάλη περιπέτεια με την αλλαγή γενών.

? πεύκη, τ?ς πεύκης ήταν η αρχική λέξη, ήδη ομηρική, που ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *peuk, με την ίδια σημασία με την οποία την χρησιμοποιούμε και σήμερα. Μάλιστα τη ρίζα αυτή βρίσκουμε στο γερμανικό Fichte, το πεύκο. Σύμφωνα με τα λεξικά μπορεί να υπάρχει συγγένεια και με τη γροθιά, την πυγμή, αν θεωρήσουμε ότι προέρχεται από το *peug- (=κεντώ, μπήγω). Αν φέρει κάποιος στο νου του τις μυτερές βελόνες του πεύκου, θα συνειδητοποιήσει ότι το πεύκο, που στα μεσαιωνικά ελληνικά ήταν πε?κος, είναι σίγουρα λεκτικός τύπος με πυγμή.

Η ετυμολογία μάλιστα της λέξης και τα ομόρριζά της δημιούργησαν πολλές διαφωνίες στους ειδικούς. Πευκάλιμαι φρένες για παράδειγμα ήταν το κοφτερό μυαλό και ο πευκεδανός πόλεμος ο έντονος, που άφηνε δυσάρεστα αποτελέσματα. Βλέπουμε συνεπώς ότι τα δυσάρεστα και αιχμηρά αποτελέσματα των πευκοβελόνων δημιουργούν λέξεις με κοφτερή έννοια.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Στο λεξιλογικό πευκόφυτο πευκώνα, διαβάζουμε ότι ? πεύκη χρησιμοποιούνταν για τη ναυπήγηση πλοίων ή σαν δάδα, σαν πυρσός, για να φωτίζεται ο χώρος. Γι'' αυτό, λοιπόν, ? πεύκης τρόπος ήταν η κατάσταση εκείνη, στην οποία όλα γίνονταν παρανάλωμα του πυρός.

Πεύκη ήταν και η ξύλινη πινακίδα, για να γράφουν τα παιδιά, γιατί την έφτιαχναν από ξύλο πεύκου.

Η πατρίδα μας, όμως, είναι γεμάτη από πευκήεντες τόπους (? πευκήεις, ? πευκήεσσα, τ? πευκ?εν, που εκτός από πευκόφυτος σημαίνει ακόμη διαπεραστικός), πευκοδάση σε απλά νεοελληνικά, όπου τα πευκόδεντρα φθάνουν μέχρι τη θάλασσα. Γι'' αυτό άλλωστε η λατινική ονομασία του πεύκου είναι pinus maritima, πεύκο το θαλασσινό, μάλλον και εξαιτίας του γεγονότος ότι αυτό για το οποίο συζητάμε ευδοκιμεί στις θαλασσινές περιοχές.

Το πεύκο, όταν δεν είναι πια πευκάκι βγάζει ρετσίνι και έχει τα χαρακτηριστικά κουκουνάρια. Στην Ελλάδα το συναντάμε σε πολλές ποικιλίες, όπως το μαυρόπευκο ή μαύρη πεύκη, το Θασίτικο κ.ά.

Σε άκομψα και αγενή ελληνικά ο χαρακτηρισμός «είσαι πεύκο» είναι ισοδύναμος του είσαι ανόητος, βλάκας, φράση που μας προβληματίζει, γιατί το δένδρο είναι όμορφο και μυρωδάτο. Πώς συνδέεται με αυτόν το χαρακτηρισμό;

Το πεύκο γίνεται τοπωνύμιο Μεγάλο Πεύκο ή Πευκιάς, Πευκάκια, Πευκοχώρι.

Στη σφαίρα του παραμυθιού ανήκει και η φράση: «Τρέξε να τα γυρέψεις από το πεύκο του Γεραμάνη». Την λέμε για οφειλέτες που παίρνουν δάνειο και δεν πληρώνουν, γιατί κατά την παράδοση, στην Αθήνα του προπερασμένου αιώνα, ένας οφειλέτης κακοπληρωτής, που είχε δανεισθεί χρήματα από τους πάντες, έδινε ραντεβού κάτω από το πεύκο του Γεραμάνη στον καθένα χωριστά και τους υποσχόταν να τους ξεπληρώσει. Ο ήρωας, όμως, της ιστορίας μας εξαφανίστηκε κι έτσι τα χρέη έμειναν απλήρωτα και μένει να τα ζητήσει κανείς από το δέντρο του Γεραμάνη, δηλαδή, από πουθενά.

Πευκολεξιλογήσαμε, αλλά δεν τα είπαμε όλα, γιατί σεβόμαστε τις διακοπές κάτω από τις σκιές των πεύκων.