Σχοινοβατώ

Σχοινοβατώ

Πολλοί από τους χειρισμούς της κυβέρνησης στα οικονομικά θέματα μάς έφεραν στο νου το ρήμα σχοινοβατώ, τη σχοινοβασία, το σχοινοβάτη, τα σχοινιά και άλλα σχετικά.

Εύλογα θα αναρωτηθούν μερικοί γιατί ειδικά το σχοινοβατώ και όχι κάποιο άλλο ρήμα. Η απάντηση σ'' αυτό είναι ότι κάθε ριψοκίνδυνη ενέργεια θυμίζει το σχοινοβάτη, που προσπαθεί να περπατήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί, επιστρατεύοντας τόσο τις μυϊκές του δυνάμεις και την αντοχή του, όσο και τις διανοητικές του ικανότητες. Έτσι το σχοινοβατώ αυτό ακριβώς δηλώνει, την πορεία πάνω σε ένα οριζόντιο σχοινί, που απέχει κατά πολύ από το έδαφος. Η πτώση, εάν συμβεί, θα είναι μοιραία.

Για τους επαγγελματίες σχοινοβάτες, όμως, υπάρχει ένα απλωμένο δίχτυ που τους περιμένει. Συνεπώς, το να σχοινοβατούν δεν είναι τόσο επικίνδυνο. Για όλους εμάς τους κοινούς θνητούς, ωστόσο, το ρήμα αποκτά έντονα μεταφορική έννοια. Σημαίνει ότι προβαίνουμε σε επικίνδυνες ενέργειες.

Πότε σχοινοβατούμε; Όταν οδηγούμε μεθυσμένοι ή παίζουμε με το κινητό κατά τη διάρκεια της οδήγησης, όταν ξοδεύουμε αλόγιστα και πέρα από τις δυνάμεις μας, όταν κάνουμε καταχρήσεις ... Ο κατάλογος των λογής σχοινοβασιών που επιχειρούν οι ανά τον κόσμο σχοινοβάτες και σχοινοβάτισσες είναι μακρύς. Ο καθένας μπορεί να σκεφθεί και να αναλογισθεί πόσες φορές έχει σχοινοβατήσει, διακινδυνεύσει, ρισκάρει ή παίξει με τη φωτιά, για να θυμηθούμε άλλες συνώνυμες εκφράσεις.

Το σχοινοβατώ ως σύνθετη λέξη παράγεται από το ουσιαστικό σχο?νος (ένα φυτό από το οποίο φτιάχνεται το σχοινί ή ο γνωστός καλλωπιστικός θάμνος, που σε κάποιες περιπτώσεις γίνεται ολόκληρο δέντρο και μυρίζει πολύ όμορφα) και το ρήμα βαίνω (= βαδίζω, προχωρώ). Από τα κλαδιά του σχοίνου έφτιαχναν καλάθια και άλλα αντικείμενα, όπως και μακριά κορδόνια, σχοινιά. Με ανάλογο τρόπο σχηματίζονται και άλλες λέξεις στη γλώσσα μας, όπως το ακροβατώ, που παρεμπιπτόντως είναι συνώνυμο του λεκτικού τύπου που σχολιάζουμε, αεροβατώκαρκινοβατώ, κ.ά.

Το σχοινοβατώ είναι λέξη σχετικά νέας κοπής. Αντίστοιχη αρχαία έκφραση είναι η ?π? σχοινίου περιπατε?ν, δηλαδή το να περπατά κανείς πάνω σε ένα σχοινί. Την συναντάμε στον Αρριανό (95 μ.Χ. - 180 μ.Χ.), συγγραφέα και φιλόσοφο, από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, που συνέγραψε την πιο αξιόπιστη πηγή για τη βιογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Βέβαια, η φράση αυτή υπάρχει σε ένα από τα φιλοσοφικά κείμενά του, στο «?πικτήτου διατριβαί», κείμενο που ασχολείται με τη διδασκαλία του Επικτήτου.

Κι επειδή ήλθε ο λόγος στο σχοίνο ή σκοίνο, από τον οποίο προέκυψε και το σχοινί αξίζει να πούμε δυο λόγια γι'' αυτό. Το αρχαίο σχοινίον είναι υποκοριστικό του σχο?νος, ο οποίος με τη σειρά του, αν και είναι λέξη που προέρχεται από τα μυκηναϊκά χρόνια, δεν μπορεί να ετυμολογηθεί με ακρίβεια. Αυτό ισχύει για πολλές λέξεις που αναφέρονται σε ονόματα φυτών. Το σχοινί, λοιπόν, δίνει την ευκαιρία στους τολμηρούς να σχοινοβατήσουν, στους ανυποχώρητους να τραβήξουν ή να τεντώσουν το σχοινί, σε όσους δεν έχουν ηθικούς φραγμούς να γίνουν του σχοινιού και του παλουκιού. Σε εκείνους που δεν έχουν όρια πρέπει να μαζέψουμε τα σχοινιά ή τα λουριά. Για όσους επιμένουν έντονα σε κάτι λέμε ότι το δένουν σχοινί  κορδόνι και μας βασανίζουν με τις απαιτήσεις στις οποίες επανέρχονται.

Σχοινί, όπως διαπιστώνουμε, για ποικίλες χρήσεις. Μία από αυτές είναι και τα ακροβατικά όσων σχοινοβατούν κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Αντώνυμες εκφράσεις: φέρομαι με σύνεση, είμαι σίγουρος, σιγουρεύομαι.