Πολλοί κάνουν προβλέψεις για την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας. Κάποιες από αυτές είναι ρεαλιστικές, κάποιες φαντάζουν σιβυλλικές, δηλαδή, είναι αινιγματικές, μυστηριώδεις και ασαφείς.
Η λέξη είναι νέας σχετικά κοπής. Την πρωτοβλέπουμε το 19ο αιώνα και αποτελεί μεταφορά στα ελληνικά του γαλλικού sibyllique. Βέβαια αυτό το sibyllique προέρχεται από την ελληνική λέξη Σίβυλλα που είναι άγνωστης ετυμολογίας.
Οι Σίβυλλες ήταν ιέρειες με μαντικές ικανότητες οι οποίες χρησμοδοτούσαν σε κατάσταση έκστασης. Κυρίως η δράση τους τοποθετούνταν στη Μ. Ασία. Αυτές δε διατηρούσαν σταθερή σχέση με κάποιο μαντείο και προφήτευαν αυθόρμητα, χωρίς να τους ζητηθεί. Σε αντίθεση με την Πυθία, που απαντούσε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις, οι Σίβυλλες έδιναν την πρόβλεψη για το μέλλον έστω και αν ο ενδιαφερόμενος δεν είχε θέσει το ζήτημα που τον απασχολούσε.
Από την εποχή του Αριστοτέλη συναντάμε τη λέξη Σίβυλλα στον πληθυντικό, ως οι Σίβυλλες. Με τον πληθυντικό ο φιλόσοφος εννοεί όλες όσες είχαν προφητικές ικανότητες και τις έδιναν όταν ήταν σε κατάσταση ιερής μανίας. Στα παλαιότερα κείμενα ως Σίβυλλα θεωρείται κάθε φορά μία και μοναδική και συγκεκριμένη. Η παλαιότερη ήταν η Ηροφίλη, κόρη του Δία. Υπάρχει η πέτρα της στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών, στην οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έδινε τους χρησμούς της, όταν επισκεπτόταν τους Δελφούς.
Σιβυλλικός, λοιπόν, από τη Σίβυλλα ή τις Σίβυλλες. Το επίθετο χρησιμοποιείται κυρίως για τις δυσοίωνες προβλέψεις.
Εκτός από σιβυλλικές προβλέψεις, μπορούμε να έχουμε σιβυλλικούς τίτλους, σιβυλλικά χαμόγελα, σιβυλλικά βιβλία. Όλα τα παραπάνω ηχούν στα αυτιά μας όχι ξεκάθαρα, αλλά σκοτεινά και δυσερμήνευτα. Γιατί, αν δεν ήταν σιβυλλικά, θα ήταν φωτεινά, ειλικρινή, σαφή, εύληπτα, κατανοητά.