Μια άλλη λέξη σχετική με την εθνική επέτειο είναι η σκλαβιά και η ετυμολογία της.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, περάσαμε στα χρόνια της σκλαβιάς. Γίναμε σκλάβοι, δηλαδή υπόδουλοι, σκλαβωθήκαμε, υποδουλωθήκαμε, χάσαμε την ελευθερία μας.
Ο λεκτικός τύπος σκλάβος προέρχεται από τον μεσαιωνικό Σθλάβος, Στλάβος, Σλάβος. Με αυτόν εννοούμε τον λαό των Σλάβων, που ήλθαν από την Ασία και εγκαταστάθηκαν, μεταξύ άλλων περιοχών, και στη βυζαντινή αυτοκρατορία. Η ινδεοευρωπαϊκή ρίζα του ονόματός τους ανάγεται σε ρίζα που σημαίνει ρέω, κυλώ, γιατί ο λαός των Σλάβων κατοικούσε κοντά σε λίμνες και ποτάμια.
Όταν ήλθαν στα ευρωπαϊκά εδάφη και σε περιοχές της βυζαντινής αυτοκρατορίας υποδουλώθηκαν από τους Γερμανούς (Γότθους) και από τους Βυζαντινούς αντίστοιχα, γεγονός που εξηγεί το πώς το Σλάβος έγινε σκλάβος. Από αυτό το τελευταίο προήλθε το λατινικό sclavus, από όπου το γαλλικό esclave, το αγγλικό slave και άλλα.
Για εμάς τους Νεοέλληνες, η σκλαβιά ισοδυναμεί με βαριά αιχμαλωσία. Δεν είναι μόνο εθνική, μπορεί να είναι κοινωνική, οικονομική, ηθική, πνευματική, εξάρτηση από πάθη και κακές συνήθειες. Κάποιοι χαρακτηρίζουν τις ευθύνες τους σκλαβιά ή βλέπουν τη δουλειά τους ως σκλαβιά. Γι'' αυτούς τους τελευταίους μπορούμε να πούμε ότι γλωσσικά δεν έχουν άδικο, αφού το δουλειά είναι η δουλεία με μια διαφορά στον τόνο.
Η σκλαβιά, που τα χρόνια της Τουρκοκρατίας λεγόταν μαύρη, έχει συνώνυμο την καταδυνάστευση, την υποδούλωση, την αιχμαλωσία και αντώνυμο την πολυπόθητη για τους αγωνιστές του ''21 ελευθερία ή λευτεριά.