Είμαστε περισσότερο «παράδοξοι», στα λόγια τουλάχιστον, από όσο μπορούμε να υποστηρίξουμε, στην πράξη. Τελευταία διαδήλωση της εθνικής παραδοξότητας, η χθεσινή συζήτηση για την αμυντική πολιτική της χώρας.
Είχαμε «ένα κόμμα και μισό», το κυβερνητικό και το ΠΑΣΟΚ, που υπεστήριξαν λογικά πράγματα και λογικές αντιρρήσεις. Αλλά ήσαν -και τα δύο- με σαφήνεια τοποθετημένα στην ίδια πλευρά.
Το σε ποια πλευρά τοποθετείσαι, σε μια συζήτηση που αφορά στα όπλα και στη στρατιωτική σου προετοιμασία έναντι στρατιωτικών κινδύνων είναι πολύ σημαντικό, το πιο σημαντικό, ζήτημα.
Καθίσταται λοιπόν ακατανόητη, για να παραμείνουμε καλόπιστοι μεταξύ μας, η γραμμή που ακολούθησαν και οι απόψεις που εξέθεσαν όλα τα άλλα κόμματα. Γιατί υπάρχει ένα, μη ομολογημένο αλλά ορατό δια γυμνού οφθαλμού, νήμα που συνδέει τις αντιπολιτεύσεις μεταξύ τους.
Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι ότι κινούνται μεταξύ πασιφισμού και ρωσοφιλίας.
Σε ένα πράγμα εμφανίζονται να συμφωνούν, ευτυχώς: ο εν δυνάμει αντίπαλος είναι η Τουρκία.
Ευτυχώς, επιπλέον, δεν τολμούν να πουν κάτι διαφορετικό ως προς την ουσία: η Ελλάς πρέπει να είναι καλά εξοπλισμένη σε όλα τα όπλα: στους Ουρανούς, στη Θάλασσα και στην Ξηρά. Πρέπει δηλαδή να συνεχίσει την υπερπροσπάθεια που ξεκίνησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Προσθέτουν, κι αυτό δεν είναι λάθος, ότι πρέπει να φροντίσουμε καλύτερα για την εμπλοκή εγχώριας τεχνογνωσίας, μιαν, υπαρκτή αλλά αδύναμη σήμερα ελληνική βιομηχανία πολεμικού υλικού. Προφανώς, κανείς απ’ αυτούς που επισήμαναν το πρόβλημα δεν είχε το θάρρος να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί.
Να θυμηθούμε εκείνους που διέλυσαν όσα οι πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχαν χτίσει αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας, αφού τις μετέτρεψαν σε άχρηστες δημοσιουπαλληλικές υπηρεσίες. Εκείνους που υποστήριζαν τη λειτουργία άχρηστων, πρακτικά, στρατοπέδων και δομών, που κόστιζαν δεκάδες εκατομμύρια δραχμές και ευρώ μόνον για λόγους ψηφοθηρίας. Εκείνους που φρόντιζαν, συστηματικά, να πνίγεται η επί της ουσίας προσπάθεια πίσω από τους ιδεολογικούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς. Εκείνους που έβαζαν την αμοιβή των μεσαζόντων πάνω από την αξία των λαϊκών οικονομιών που χρειαζόταν να δαπανηθούν για τη διατήρηση εξοπλισμών υψηλής ικανότητας.
Το άλλο κοινό χαρακτηριστικό όσων είχαν αντιρρήσεις κατά τη χθεσινή συζήτηση είναι ότι δεν δικαιολογούν τη διασύνδεση μεταξύ της ελληνικής στρατιωτικής προσπάθειας και εκείνης που ετοιμάζεται να κάνει η Ευρώπη. Αυτό που τους εμποδίζει να το κάνουν είναι:
Πρώτον η φιλική διάθεση, ελαχίστως κρυπτώμενη, προς τον πρόεδρο Πούτιν γιατί υποθέτουν ότι οι εξοπλισμοί αφορούν στην προστασία της Ουκρανίας. Κάποιοι το λένε ανοικτά (Βελόπουλος, ΚΚ), άλλοι πιο κρυφά (ΣΥΡΙΖΑ, Νίκη). Δυστυχώς!
Δεύτερο εμπόδιο η πάγια εχθρότητα όλων των ελληνικών αντιπολιτεύσεων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρόλη την υποκριτική στάση Βελόπουλου, ο οποίος, χωρίς κανένα υπαρκτό τεκμήριο, παίρνει πόζες φιλοτραμπισμού.
Τρίτο εμπόδιο, πιο νεοπαγές, η εχθρική στάση έναντι του Ισραήλ, για διαφορετικούς αλλά ομόκεντρους λόγους.
Όλοι αυτοί λένε το ίδιο: δεν πρέπει να είμαστε δεδομένοι. Πρόκειται για μεγάλη υποκρισία και μέγιστο στρατηγικό λάθος. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Όχι τόσο σε ό,τι αφορά την άμυνα, αλλά σίγουρα σε ό,τι διασυνδέει την αμυντική ισχύ με τη διπλωματική δύναμη.
Γι αυτό άλλωστε, στο τέλος της χθεσινής κοινοβουλευτικής μέρας, η υπεροχή Μητσοτάκη παρέμεινε, όπως και στην αρχή της συζήτησης, αδιαμφισβήτητη. Για να εξηγήσουμε κάπως καλύτερα γιατί, όταν η πολιτική στέκεται στο πεδίο των μεγάλων θεμάτων, η χώρα μπορεί να κρίνει καλύτερα το ειδικό βάρος κάθε πολιτικού χώρου.