Ποιους πλήττουν οι δασμοί και γιατί φέρνουν ύφεση

Ποιους πλήττουν οι δασμοί και γιατί φέρνουν ύφεση

Στη διεθνή οικονομική θεωρία, η έννοια της «ευελιξίας» (elasticity) διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην ανάλυση των επιπτώσεων δασμών και άλλων εμπορικών πολιτικών. Η βασική υπόθεση είναι πως ο παράγοντας (καταναλωτής ή παραγωγός) που μπορεί να τροποποιήσει γρήγορα τη συμπεριφορά του - είτε πρόκειται για το πού αγοράζει αγαθά είτε για το πού πουλάει - έχει τη δυνατότητα να «αποφύγει» το κόστος που συνεπάγεται ο δασμός. Έτσι, το βάρος επιβάλλεται στην πλευρά που διαθέτει λιγότερες εναλλακτικές.

1. Η Ευελιξία των Αμερικανών Καταναλωτών

Οι καταναλωτές στις Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν μια πλειάδα επιλογών, γεγονός που ενισχύει την ευελιξία τους:

Παραγωγή στο εσωτερικό: Η αμερικανική οικονομία καλύπτει μεγάλο εύρος αγαθών και υπηρεσιών που μπορούν να παράγονται εγχώρια, περιορίζοντας την ανάγκη αποκλειστικής εισαγωγής από το εξωτερικό. 

Διεθνής διαφοροποίηση: Ακόμα και αν μειωθούν ή σταματήσουν οι εισαγωγές από μία μόνο χώρα λόγω δασμών, μπορούν να βρουν υποκατάστατα από άλλες χώρες. Η αμερικανική αγορά θεωρείται ευρέως προσβάσιμη σε πολλούς εξαγωγείς, επομένως ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος. 

Υποκατάσταση κατανάλωσης: Οι καταναλωτές έχουν την οικονομική δυνατότητα και την τεχνολογική υποδομή να προσαρμόζουν τις αγοραστικές τους συνήθειες (λ.χ. προτίμηση σε ένα εγχώριο προϊόν αντί ενός εισαγόμενου).

Χάρη σε αυτές τις εναλλακτικές, όταν επιβάλλονται δασμοί σε ορισμένα εισαγόμενα προϊόντα, η ζήτηση των καταναλωτών μπορεί να στραφεί αλλού, αντί να «εγκλωβιστεί» στην πιο ακριβή (λόγω δασμών) επιλογή.

2. Η «Ανελαστικότητα» των Εμπορικών Εταίρων

Από την άλλη πλευρά, οι χώρες που εξάγουν στις ΗΠΑ συχνά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική αγορά - ιδίως αν δεν διαθέτουν πολλούς εναλλακτικούς αγοραστές. Για παράδειγμα, αν μια εταιρεία ή ένας κλάδος από μια συγκεκριμένη χώρα έχει οργανώσει την παραγωγή της με βάση τη ζήτηση των Αμερικανών καταναλωτών, δεν μπορεί εύκολα σε σύντομο χρονικό διάστημα να «μετακομίσει» ή να βρει άλλο εμπορικό εταίρο ίσου μεγέθους. Αυτή η «ανελαστικότητα» σημαίνει ότι όταν οι ΗΠΑ επιβάλλουν δασμούς, οι ξένοι παραγωγοί και εν γένει τα κράτη προέλευσης είναι αναγκασμένοι να μειώσουν τις τιμές ή να απορροφήσουν με άλλο τρόπο το επιπλέον κόστος, ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικοί στην αμερικανική αγορά.

3. Περιορισμένη «Μετακύλιση» Κόστους στην Οικονομία των ΗΠΑ

Συνεπώς, ο βασικός μηχανισμός λέει ότι η πλευρά με λιγότερες εναλλακτικές (λιγότερη ευελιξία) φέρει τελικά το κύριο βάρος. Στην προκείμενη περίπτωση, σε μια «συμφωνία» δασμών:

  • Οι Αμερικανοί καταναλωτές μπορούν απλά να αναζητήσουν εσωτερικές ή άλλες εξωτερικές πηγές προμήθειας, εάν το κόστος ενός συγκεκριμένου εισαγόμενου προϊόντος αυξηθεί υπερβολικά. 
  • Οι ξένες επιχειρήσεις συχνά δεν μπορούν να προσαρμοστούν τόσο εύκολα σε νέες αγορές ή να βρουν ανάλογο μέγεθος. Άρα, η επιβολή δασμών τούς πιέζει να αποδεχθούν μέρος του κόστους, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους ή αναζητώντας τρόπους να αντέξουν μέσα στην αμερικανική αγορά.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα περιορισμένο «πέρασμα» (pass-through) της αύξησης κόστους στις τιμές λιανικής στις ΗΠΑ, άρα και περιορισμένη πιεστική επίδραση στον πληθωρισμό ή σε γενικότερη επιβάρυνση της αμερικανικής οικονομίας.

Βεβαίως, αυτή η θεώρηση δεν σημαίνει ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις ή οι καταναλωτές δεν θα νιώσουν καμία επίπτωση. Υπάρχουν κλάδοι που εξαρτώνται άμεσα από συγκεκριμένες πρώτες ύλες ή ενδιάμεσα προϊόντα. Επίσης, οι δασμοί μπορεί να προκαλέσουν αντιδράσεις από τρίτες χώρες (αντίποινα) που τελικά πλήττουν και τις αμερικανικές εξαγωγές. Άρα, η εικόνα δεν είναι ποτέ «ασπρόμαυρη».

Παρά ταύτα, από μικροοικονομική σκοπιά, ο γενικός κανόνας παραμένει: ο λιγότερο ευέλικτος (δηλ. αυτός που δεν μπορεί να μεταβάλει άμεσα τη συμπεριφορά του) υφίσταται το μεγαλύτερο μέρος του κόστους ενός δασμού. Καθώς οι ΗΠΑ, με το μέγεθος της αγοράς και την ποικιλία προμηθευτών, ενισχύουν τη διαπραγματευτική τους θέση, οι εξαγωγείς βρίσκονται σε μειονεκτική θέση.

Οι δασμοί πάντοτε αποτελούν ένα διττό εργαλείο πολιτικής: αφενός μπορεί να προστατεύουν την εγχώρια παραγωγή, αφετέρου όμως ενέχουν τον κίνδυνο διαταραχής των εμπορικών ροών και ενδεχομένως αντιποίνων. Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, η ανάλυση της «ευελιξίας» των καταναλωτών υποδηλώνει ότι μεγάλο μέρος του κόστους καταλήγει στις ξένες επιχειρήσεις.

Έτσι, οι Αμερικανοί αγοραστές έχουν περιθώρια να προσαρμόσουν τις επιλογές τους, ενώ οι ξένοι προμηθευτές έχουν σχετικά λιγότερες εναλλακτικές. Στην πράξη, βεβαίως, η κάθε πολιτική επιλογή συνοδεύεται από αλληλοσυνδεόμενες συνέπειες για όλους τους εμπλεκόμενους: είτε καταναλωτές στις ΗΠΑ, είτε παραγωγούς σε τρίτες χώρες, είτε παραδοσιακούς εμπορικούς εταίρους. Παρ’ όλα αυτά, η βασική οικονομική αρχή υποστηρίζει ότι η «ανελαστικότητα» των ξένων προμηθευτών τους καθιστά πιο ευάλωτους στο κόστος των αμερικανικών δασμών.

Ύφεση ή μείωση της ανάπτυξης στην Αμερική θα μπορούσε να προέλθει, όχι από τους δασμούς, αλλά από τη μετάβαση από μια οικονομία που διαχρονικά στηριζόταν κατά κύριο λόγο στον κρατικό τομέα σε μια οικονομία όπου ο ιδιωτικός τομέας αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες, συνεπάγεται αναπόφευκτα ορισμένα ρίσκα.

Τέτοιες αλλαγές επιφέρουν βραχυπρόθεσμη αστάθεια και πιο «ανώμαλη» οικονομική πορεία, διότι οι αγορές, οι εταιρείες και οι εργαζόμενοι καλούνται να προσαρμοστούν σε καινούργια δεδομένα. Παράλληλα, τα στατιστικά στοιχεία από το 2023 και το 2024—δηλαδή τα χρόνια μετά την ύφεση που προκάλεσε η πανδημία COVID—αποκαλύπτουν ότι περίπου το 73% των νέων θέσεων εργασίας προέρχονται από τον δημόσιο τομέα και σχετικούς κλάδους, όπως η εκπαίδευση, η υγεία και η κοινωνική πρόνοια. Οι συγκεκριμένοι τομείς βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην κρατική χρηματοδότηση ή σε επιδοτήσεις. Την περίοδο 2020-2024 το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ανήλθε από 22 σε 36 τρις αυξημένο κατά 63%.

Επομένως, τα 3/4 των νέων θέσεων εργασίας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «επιδοτούμενα». Αυτή η πραγματικότητα υπογραμμίζει ότι, παρά την επίσημη στροφή προς μια αγορά που δίνει περισσότερη έμφαση στην ιδιωτική πρωτοβουλία, η κρατική εμπλοκή παραμένει έντονη.

Βραχυπρόθεσμα, αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει αβεβαιότητα, ιδίως σε κλάδους που περιμένουν πλέον μεγαλύτερο μερίδιο ιδιωτικών κεφαλαίων ή επενδύσεων. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η ομαλή μετάβαση αύξηση των θέσεων εργασίας του ιδιωτικού τομέα μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη βιωσιμότητα στην ανάπτυξη, ενθαρρύνοντας την καινοτομία και την ευελιξία στην οικονομία. Η μεταρρύθμιση απαιτεί συνετή χάραξη πολιτικής και ρεαλιστικές προσδοκίες για τον ρυθμό μετάβασης.


*Ο Ατσαλάκης Γιώργος είναι οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης και Εργαστήριο Ανάλυσης Δεδομένων και Πρόβλεψης.