Οι κυβερνήσεις αγαπούν να κηρύσσουν πολέμους. Όχι τόσο εναντίον εξωτερικών εχθρών, αλλά εναντίον αφηρημένων εννοιών και κοινωνικών προβλημάτων. Πόλεμος κατά της φτώχειας, πόλεμος κατά των ναρκωτικών, πόλεμος κατά της ανεργίας, πόλεμος κατά της διαφθοράς, πόλεμος κατά της έλλειψης στέγης - όλοι αυτοί οι «πόλεμοι» μοιάζουν με ευγενείς στόχους. Ωστόσο, όπως ακριβώς οι πραγματικοί πόλεμοι, έχουν θύματα. Και το πρώτο θύμα κάθε τέτοιου «πολέμου» είναι πάντα η ελευθερία.
Όταν το κράτος κηρύσσει πόλεμο σε ένα κοινωνικό πρόβλημα, ακολουθεί μια οικεία διαδικασία: αρχικά δημιουργείται μια αίσθηση έκτακτης ανάγκης. «Πρέπει να δράσουμε άμεσα, αλλιώς η κατάσταση θα γίνει ανεξέλεγκτη», μας λένε. Με αυτό τον τρόπο, κάθε αντίρρηση ή επιφύλαξη αποσιωπάται ως ανεύθυνη ή ακόμα και ανήθικη. Έτσι, υπό το καθεστώς επείγοντος, το κράτος αναλαμβάνει εξουσίες που, υπό κανονικές συνθήκες, δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει.
Ας δούμε τον «πόλεμο κατά της φτώχειας». Η διακήρυξη αυτού του πολέμου από τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο δεν έχει λύσει ουσιαστικά το πρόβλημα - αντιθέτως, δημιούργησε τεράστιες γραφειοκρατίες, αναποτελεσματικά προγράμματα και αλόγιστες δαπάνες. Όταν η πολιτική ρητορική μετατρέπει την αντιμετώπιση ενός κοινωνικού προβλήματος σε «πόλεμο», ουσιαστικά δίνει το πράσινο φως για να παρακαμφθεί το κράτος δικαίου, να επεκταθεί η εξουσία του κράτους και να δημιουργηθούν μηχανισμοί που δύσκολα καταργούνται στη συνέχεια.
Το ίδιο βλέπουμε και στον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών». Αντί να μειωθεί η χρήση ουσιών, αυτός ο πόλεμος οδήγησε σε μαζική αύξηση της αστυνόμευσης, της φυλάκισης και σε καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το αποτέλεσμα; Ένας τεράστιος κρατικός μηχανισμός που δικαιολογεί την ύπαρξή του, ακριβώς επειδή το πρόβλημα παραμένει. Η αποτυχία γίνεται η καλύτερη δικαιολογία για περισσότερη παρέμβαση.
Αυτή η δυναμική θυμίζει έντονα τις συνθήκες ενός πραγματικού πολέμου. Σε έναν πραγματικό πόλεμο, η ελευθερία της έκφρασης περιορίζεται, η διαφωνία καταστέλλεται και τα ατομικά δικαιώματα καταπατώνται στο όνομα της εθνικής ασφάλειας. Στους κοινωνικούς πολέμους, αντίστοιχα, η γραφειοκρατία επεκτείνεται, τα χρήματα των φορολογούμενων ξοδεύονται ανεξέλεγκτα, και η προσωπική αυτονομία υπονομεύεται για το υποτιθέμενο «γενικό καλό».
Το πιο επικίνδυνο σε αυτούς τους πολέμους είναι ότι δεν τελειώνουν ποτέ. Δεν υπάρχουν σαφή κριτήρια νίκης ή ήττας, δεν υπάρχει ποτέ η στιγμή που το κράτος να παραδέχεται ότι η αποστολή του έχει ολοκληρωθεί. Αντιθέτως, τα προβλήματα χρησιμοποιούνται ως διαρκής δικαιολογία για την περαιτέρω ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού και τον περιορισμό της ατομικής ελευθερία.
Είναι ώρα να συνειδητοποιήσουμε ότι οι κοινωνικοί πόλεμοι δεν είναι η λύση στα κοινωνικά προβλήματα. Ο πόλεμος εξ ορισμού είναι μία διαδικασία αντιπαράθεσης με απώτερο σκοπό την εξολόθρευση του αντιπάλου. Τα κοινωνικά προβλήματα, από την άλλη, είναι σύνθετα, πολυπαραγοντικά και σε αρκετές περιπτώσεις δυσεπίλυτα.
Ο πόλεμος, λοιπόν, δεν αποτελεί κατάλληλη απάντηση στα κοινωνικά θέματα. Αυτά χρειάζονται διαφορετικού τύπου λύσεις που σπανίως μπορούν να συγκριθούν με αυτές του πολέμου. Το νου μας λοιπόν, όταν ακούμε πολιτικούς να κηρύσσουν πόλεμο σε ένα πρόβλημα ας είμαστε προετοιμασμένοι για τα χειρότερα.